Το πάθημα της κατσίκας.

Το πάθημα της κατσίκας.

Πριν πολλά χρόνια ένα κοπάδι από κατσίκες έβοσκε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Ανάμεσα στα ζώα ήταν και μία κατσίκα περίεργη και ζωηρή. Η περιέργειά της την απομάκρυνε από το κοπάδι και βρέθηκε μόνη ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους.

Ξαφνικά από το πουθενά εμφανίστηκε ένας λύκος. Η κατσίκα τρόμαξε τόσο πολύ, που έμεινε ακίνητη, γιατί είχαν παραλύσει τα πόδια της. Φοβήθηκε πως ήρθε το τέλος της. Νόμισε ότι ο λύκος θα την έκανε μια μπουκιά.

Προς μεγάλη της έκπληξη ο λύκος δεν κουνήθηκε από την θέση του, αντίθετα της είπε ευγενικά…:

-Καλησπέρα σας, όμορφή μου κατσικούλα.

Η κατσίκα δεν του απάντησε ήταν τόσο φοβισμένη που μιλιά δεν έβγαινε από το στόμα της και ο λύκος συνέχισε…

-Δε θα σας κάνω κακό, είμαι διαφορετικός από τους άλλους λύκους. Είμαι καλός, φιλικός και δε μου αρέσει να τρομάζω τα άλλα ζώα. Όλοι τρέχουν μακριά μου όταν τους πλησιάζω. Τι λέτε; Θέλετε να γίνετε φίλη μου;

-Φυσικά και θα ήθελα…του είπε η κατσίκα που συνήλθε από την τρομάρα της.

-Τέλεια ας πάμε στη σπηλιά μου να το γιορτάσουμε!

-Καλή ιδέα, ας πάμε…είπε η κατσικούλα.

Έτσι λοιπόν μπροστά ο λύκος πίσω η κατσίκα πήραν το δρόμο για τη σπηλιά του λύκου. Όταν έφτασαν εκεί ο λύκος της είπε…:

-Άνοιξε την πέτρα που έχω για πόρτα και ας μπούμε μέσα.

Η κατσίκα τον υπάκουσε. Μόλις μπήκαν μέσα ο λύκος έκλεισε την είσοδο και της είπε…:

-Χα χα! Ανόητο κατσικάκι! Πίστεψες ότι αυτό που σου είπα ήταν αλήθεια; Σου είπα ψέματα για να σε φέρω στη σπηλιά μου και να σε φάω.

Η καημένη η κατσίκα τρόμαξε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή μέσα στη σπηλιά. Ο λύκος δεν άργησε να τη πιάσει με τα μυτερά του νύχια. Για καλή της τύχη εκείνη την ώρα περνούσαν από έξω οι δυο βοσκοί του κοπαδιού και άκουσαν την κατσίκα που φώναζε δυνατά και φοβισμένα! Χωρίς να χάσουν καιρό άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο λύκος τον πυροβόλησαν και το σκότωσαν! Οι βοσκοί πήραν την κατσίκα τους και επέστρεψαν στο κοπάδι.

Αυτή σε όλο το δρόμο σκεφτόταν την περιπέτειά της και υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι από εδώ και πέρα θα ήταν πιο προσεχτική.

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

H Υγεία και η Αρρώστια.

Η Υγεία και η Αρρώστια.

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που υπήρχε η μαγεία στον κόσμο, ζούσε σε ένα ασημένιο παλάτι σε σύννεφα της βροχής και της ομίχλης ένας θεός, ο Κίντος. Αυτός ο θεός ήταν πιο δυνατός από όλους. Ήταν ο αρχηγός τους και άρχοντας σε ένα ορεινό χωριό. Επειδή ήταν καλός και έξυπνος όλοι τον σέβονταν. Ζούσε ευτυχισμένος μαζί με την γυναίκα του την Αρεούλα, τη θεά των ανέμων και τις δυο του κόρες, την Υγεία και την Αρρώστια. Η Υγεία ήταν μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια και φορούσε έναν απλό γαλάζιο χιτώνα. Ήταν έξυπνη, καλή, χαρούμενη, φιλική και πάντα είχε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η Αρρώστια είχε καφέ πυκνά μαλλιά και πράσινα μάτια. Φορούσε έναν άσπρο χιτώνα και είχε τυλιγμένο στο λαιμό της ένα κασκόλ. Ήταν

γκρινιάρα, ζηλιάρα, κακιά, πολύ αδύνατη και είχε πάντα κόκκινα σπυράκια στο πρόσωπό της.

Ο Κίντος αγαπούσε πολύ τις κόρες του. Μια μέρα τις κάλεσε στο γραφείο του και τις είπε…:

Κόρες μου αγαπημένες, όπως ξέρετε, κάθε χρόνο οι άνθρωποι του χωριού επιλέγουν κάποιον για να είναι άρχοντάς τους. Εμένα με επέλεξαν και τώρα πέρασε η σειρά μου. Θέλω λοιπόν να πάτε το απόγευμα εκεί για να αποφασίσουν πια από εσάς θα γίνει η νέα αρχόντισσα. Εγώ θα κυβερνήσω άλλο χωριό.

-Εντάξει πατέρα... απάντησαν τα κορίτσια.

Εκείνο το απόγευμα, στο κέντρο του χωριού είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Εκεί διάλεγαν κάθε χρόνο το νέο άρχοντα. Πάνω στη σκηνή καθόταν ο θεϊκός γραμματικός, αυτός που μετρούσε τα χαρτιά

και προσπαθούσε να κάνει το κοινό να ηρεμήσει. Όλοι ανυπομονούσαν να έρθει ο Κίντος! Μετά από δύο λεπτά η θεϊκή άμαξα έφτασε, από μέσα της βγήκε ο αρχηγός των θεών με τη γυναίκα του και τις κόρες του. Αφού ανέβηκε στη σκηνή, πήρε το μικρόφωνο και είπε στο κοινό…:

-Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ που ήρθατε και φέτος. Αυτή τη φορά μία από τις θυγατέρες μου θα γίνει η αρχόντισσά σας. Τα χαρτιά που σας έδωσε ο θεϊκός γραμματικός είναι γαλάζια και κόκκινα.

Άμα θέλετε να κερδίσει η Αρρώστια βάλτε το κόκκινο κι άμα θέλετε η Υγεία να βάλετε το γαλάζιο χαρτί στο κουτί. Αυτά ήθελα να σας πω, τώρα ας αρχίσει η κλήρωση!

Πρώτη ανέβηκε στη σκηνή η Αρρώστια πήρε το μικρόφωνο και αφού ξερόβηξε δύο φορές είπε στον κόσμο…:

-Άμα διαλέξετε εμένα θα κάνω τη ζωή σας πιο εύκολη. Θα σας κάνω να βγάζετε χρήματα χωρίς να κουράζεστε και θα σας δώσω μαγικούς σπόρους που θα φυτρώνουν μόνοι τους και πολλά άλλα καλά να έχετε. Σας υπόσχομαι πως θα κάνω τα πάντα για την καλοπέρασή σας !

Αυτά είπε η Αρρώστια και κατέβηκε από τη σκηνή. Τώρα ήρθε η σειρά της Υγείας και αφού ανέβηκε στη σκηνή είπε…:

-Άμα διαλέξετε εμένα θα σας κάνω το χωριό του εμπορίου. Αυτά που θα σας πω να κάνετε, θα είναι δύσκολα και κοπιαστικά. Όμως να ξέρετε, με κόπο καταφέρνει κάποιος αυτό που πραγματικά θέλει. Αυτά είχα να σας πω….αυτά είπε η Υγεία και κατέβηκε από τη σκηνή.

Σε λίγο ο θεϊκός γραμματικός πέρασε από όλο τον κόσμο να μαζέψει τα χαρτάκια που τους έδωσε πιο πριν και αφού τα μέτρησε τους ανακοίνωσε την νέα αρχόντισσα που ήταν… η Υγεία!

Πόσο χάρηκε η Υγεία μόλις το άκουσε αυτό! Για να το γιορτάσουν, όπως κάνουν κάθε χρόνο οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή. Όλοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι εκτός από την Αρρώστια. Θύμωσε που τελικά δεν έγινε αυτή η αρχόντισσα. Ήταν τόσο ο θυμός της που άρχισε να τρέχει στο δάσος.

Έτρεχε, έτρεχε ώσπου στο τέλος κουράστηκε και κάθισε στα χόρτα. Η νύχτα ήταν ήσυχη, ο ουρανός καθαρός και τα αστέρια του λαμπύριζαν σαν μικρά διαμάντια. Το φεγγάρι ολοστρόγγυλο καθρεφτίζονταν πάνω στη λίμνη μπροστά της…

-Γιατί είχε περισσότερα χαρτιά η αδερφή μου; Εγώ έπρεπε να γινόμουν αρχόντισσα!!Με τη φασαρία δε θα καταφέρω τίποτα. Πρέπει να σκεφτώ έναν τρόπο για να πάρω τη θέση της. Χμ…να παρακαλέσω το μπαμπά; Όχι. Να πω στην αδερφή μου να μου δώσει τη θέση της; Όχι…Όσο κι αν έσπαγε το κεφάλι της η Αρρώστια δεν έβρισκε κανένα τρόπο. Έπειτα από πολλές ώρες σκέψεις βρήκε μια ιδέα…:

-Το βρήκα! Θα λέω για την αδερφή μου ψέματα και συκοφαντίες στους χωρικούς! Τότε θα κάνουν εμένα αρχόντισσα! Χα, χα ,χα!!

Τόσο πολύ χάρηκε που άρχισε να πηδάει στη λίμνη και να πετάει νερά παντού φωνάζοντας δυνατά! Χάλασε τον κόσμο από τις φωνές της!

Η Αρρώστια άφησε λοιπόν να περάσουν μερικές μέρες και έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της. Μεταμφιέστηκε σε απλό χωρικό, κατέβηκε στο χωριό και άρχισε να φωνάζει δυνατά λέγοντας…:

-Ακούσατε , ακούσατε, η αρχόντισσά μας όλα όσα μας είπε ήταν ψέματα! Δε θα μας κάνει το χωριό του εμπορίου, θα μας τυραννήσει!

Όσοι την άκουσαν την πίστεψαν, ειδοποίησαν τους άλλους χωρικούς και το απόγευμα όλοι μαζεύτηκαν στην άκρη του χωριού φωνάζοντας…:

-Μας πρόδωσες! Ψεύτρα! Νομίζεις ότι είμαστε δούλοι σου;

Ψηλά στον ουρανό, η Υγεία άκουσε αυτές τις φωνές, έτσι ανέβηκε στον πήγασό της για να πάει να δει τι συνέβη.

-Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι συμβαίνει;…ρώτησε.

-Μας είπες ψέματα! Θα μας κάνεις σκλάβους σου!…της είπε ένας θυμωμένος χωρικός.

-Όχι ποτέ δε θα το έκανα αυτό! Δε θέλω να γίνετε σκλάβοι μου, μόνο το καλό σας θέλω. Θυμάστε τότε που στην κλήρωση σας είπα ότι θα σας έκανα το χωριό του εμπορίου; Το είπα γιατί θέλω να γίνετε πλούσιοι πουλώντας καλά εμπορεύματα έτσι ώστε να περνάτε καλά με τις οικογένειες σας.

-Ααα! Εντάξει τότε… είπαν οι χωρικοί και ο καθένας γύρισε στη δουλειά του.

Η Αρρώστια που τους παρακολουθούσε όλη την ώρα που μιλούσαν απογοητεύτηκε… :

-Ωχ όχι! Απέτυχε το σχέδιο μου! Δεν πειράζει όμως, έχω ένα άλλο που είμαι σίγουρη πως θα πετύχει.

Την επόμενη μέρα η Υγεία έστειλε οχτώ πλοιάρχους με τα καράβια τους και το προσωπικό τους να μεταφέρουν σε ένα νησί και να πουλήσουν διάφορα εμπορεύματα που τα προμηθεύτηκαν από την Κρητέα, την Μίχονα, την Πετήνα και την Κιναζία. Η Αρρώστια σκέφτηκε να το εκμεταλλευτεί αυτό για να την κατηγορήσει και κατέστρωσε το πονηρό σχέδιό της. Πήγε στο σπίτι της και έγραψε αρκετές εφημερίδες. Μεταμφιέστηκε σε εφημεριδοπώλη και πήγε στο χωριό πουλώντας τις , οι οποίες έλεγαν…: <<Αγαπητοί συμπολίτες, η αρχόντισσα μας δεν έστειλε τους πλοιάρχους με τα πλοία τους και το πλήρωμα τους για να πουλήσουν τα εμπορεύματα αλλά για να τους σκοτώσουν σε ένα νησί και να κλέψουν τα εμπορεύματα που κουβαλούν! Το ήξεραν αυτό αλλά αυτή η αρχόντισσα τους απείλησε πως αν αρνηθούν θα σκότωνε τις οικογένειες τους!>>

Θύμωσαν πάρα πολύ οι άνθρωποι όταν τις διάβασαν! Μαζεύτηκαν πάλι στην άκρη του χωριού και άρχισαν ξανά να φωνάζουν. Η Υγεία κατέβηκε στο χωριό για να δει και πάλι τι είχε συμβεί. Τότε όλοι άρχισαν να φωνάζουν θυμωμένοι…:

-Έστειλες τους πλοιάρχους με το πλήρωμα τους για να τους σκοτώσουν και να τους κλέψουν!

-Εγώ τους έστειλα για να τους σκοτώσουν και να τους κλέψουν; Ποιος σας το είπε αυτό;

-Το λένε οι εφημερίδες… της απάντησε ένας και της έδωσε μια εφημερίδα. Η Υγεία την πήρε, την έριξε μια ματιά και τους είπε…:

-Καλά, δε καταλάβατε ότι αυτές οι εφημερίδες γράφουν ψέματα; Φαίνεται πως υπάρχει κάποιος που με κατηγορεί για να μου πάρει το θρόνο! Εσείς να μη τα πιστεύετε αυτά και να μην τα δίνετε σημασία, εντάξει;

-Εντάξει…απάντησαν οι καλοί χωρικοί που τα κατάλαβαν όλα. Έτσι όσα σχέδια κι αν έκανε η Αρρώστια απέτυχαν όλα! Αναγκάστηκε να τα παρατήσει και νευριασμένη κλείστηκε στο δωμάτιό της χωρίς να βάλει μπουκιά στο στόμα της. Νευρίασε τόσο με την αδερφή της όσο και με τους χωρικούς. Όμως όπως ήταν κλεισμένη στο δωμάτιο της και θυμωμένη αυτή τη φορά με όλους μια σατανική ιδέα της ήρθε! Τι έκανε λοιπόν;

Τα μεσάνυχτα, μάζεψε όλα τα γλυκά του χωριού και έριξε σε αυτά ένα μαγικό φίλτρο,που το είχε φτιάξει η ίδια βάζοντας μέσα όλη την κακία της! Τώρα όποιος έτρωγε από αυτά θα δημιουργούταν στον οργανισμό του πολλά προβλήματα, που η ίδια τα ονόμασε αρρώστιες!

Έτσι και έγινε! Από την άλλη μέρα όσοι έτρωγαν άρχισαν να έχουν προβλήματα και να ταλαιπωρούνται από τις αρρώστιες . Είχαν απελπιστεί!Αν δεν γινόταν κάτι γρήγορα όλοι θα πέθαιναν!

Στα παλάτι του Κίντου η Υγεία προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να τους γλυτώσει! Όλη τη μέρα ήταν στο εργαστήριο της κάνοντας πειράματα. Όσο όμως και αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε τίποτα! Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες μα η κοπέλα δεν τα παρατούσε ώσπου στο τέλος βρήκε τρόπους για να τους βοηθήσει και να τους προστατέψει. Χωρίς να χάσει καιρό τους συγκέντρωσε όλους στην πλατεία και τους είπε…:

-Καλοί μου φίλοι, γνωρίζω τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζετε, δυστυχώς θα υπάρχουν για πάντα! Βρήκα όμως τρόπους και θα σας δώσω και οδηγίες για να γίνεστε καλά. Αντί για γλυκά να τρώτε φρούτα, να πλένετε συχνά τα χέρια σας και να γυμνάζεστε! Σας δίνω και μερικά μπουκαλάκια με υγρό που έφτιαξα η ίδια και τα ονόμασα φάρμακα, για να γίνετε καλά και να σταματήσετε να υποφέρετε!

Αυτά τους είπε και γύρισε στο παλάτι της. Από εκείνη τη στιγμή οι χωρικοί παίρνοντας τα φάρμακα που τους έδωσε άρχισαν να γίνονται καλά και ό,τι τους τύχαινε ακολουθούσαν τις συμβουλές της αρχόντισσας και ξεπερνούσαν τα προβλήματά τους. Όσο για την Αρρώστια, έσκασε από το κακό της!!

Λίγα χρόνια μετά, όταν οι δυο κοπέλες έφτασαν σε ηλικία γάμου ο πατέρας τους τις πάντρεψε με δύο καλούς και πανέμορφους θεούς. Έκαναν μάλιστα και παιδιά.

Η Υγεία, γέννησε δυο παιδιά. Τη Διατροφή και τον Αθλητισμό, ενώ η Αρρώστια γέννησε μια κόρη την Ίωση . Η κάθε μια τους έχει μέχρι σήμερα ένα διαφορετικό σκοπό και ρόλο…:

H Υγεία με τα παιδιά της έχουν σκοπό να μας κάνουν χαρούμενους και υγιείς. Η Αρρώστια με την κόρη της έχουν σκοπό να μας κάνουν δυστυχισμένους και να μας ταλαιπωρούν!!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..

Η αγάπη ενός ψαρά και μιας βοσκοπούλας.

 

Πριν από πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό θαλασσοχώρι, ζούσε

μια γυναίκα χήρα που είχε δυο παιδιά, τον Οβένιο και τη Διανάλω.

Καθώς ήταν πολύ φτωχή με δυσκολία κατάφερνε να αναθρέψει τα παιδιά της. Ο γιος και η κόρη της μπορεί να ήταν αγράμματα, βρομιάρικα και αχτένιστα όμως ήταν καλόψυχα,υπάκουα, πρόθυμα, φρόνιμα και φιλικά παιδιά με όλους. Αυτό ήταν που έκανε τη μητέρα τους πολύ ευχαριστημένη.

Τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά της γυναίκας μεγάλωσαν.

Ο Οβένιος έγινε ένα έξυπνο, πανέμορφο παλικάρι και η Διανάλω μια όμορφη γοητευτική γυναίκα. Η μητέρα τους τα καμάρωνε, ώσπου μια μέρα αρρώστησε βαριά. Πριν κλείσει για πάντα τα μάτια της τους είπε:

-Παιδιά μου, πριν φύγω για πάντα από τη ζωή θέλω να σας πω μερικά πράγματα. Όταν ήσασταν μικρά, εγώ δούλευα σκληρά για να μπορέσω να σας μεγαλώσω. Τώρα είστε αρκετά μεγάλα. Πρέπει να δουλέψετε για να βγάλετε το ψωμί σας και ό,τι άλλο χρειάζεστε. Όμως το ποιο σημαντικό είναι να είστε αγαπημένα και ενωμένα.

Αυτά είπε η γυναίκα και ξεψύχησε…

Κάποια μέρα ένα ξένο βασιλόπουλο ήρθε στο χωριό με σκοπό να βρει

μια ωραία κοπέλα για να τη παντρευτεί. Κατά τύχη είδε τη Διανάλω και

θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Χωρίς να χάσει καιρό της ζήτησε να γίνει

γυναίκα του και εκείνη δέχτηκε να τον παντρευτεί.

Σε λίγες μέρες έγινε ο γάμος τους και κάλεσαν μάλιστα όλο το χωριό!

Ήταν ένας λαμπρός γάμος και όλοι πέρασαν καταπληκτικά. Ο γαμπρός και η νύφη χόρεψαν τόσο ωραία που όλοι τους κοιτούσαν με μεγάλο θαυμασμό! Όταν τελείωσε ο γάμος οι νιόπαντροι ετοιμάστηκαν να φύγουν

για το παλάτι και να συνεχίσουν τη ζωή τους! Φυσικά δε ξέχασαν τον Οβένιο που τον κάλεσαν να πάει να ζήσει μαζί τους στο παλάτι. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά που ήδη είχε πάρει την απόφαση του. Αποφάσισε

να αφήσει το χωριό του, να πάει κάπου αλλού και με τις οικονομίες που είχε να κάνει μια νέα αρχή. Έτσι και έκανε . Πήγε σε μια παραθαλάσσια

πόλη, όπου έγινε ψαράς.

Ξεκινούσε τη μέρα του πολύ πρωί ψαρεύοντας και το μεσημέρι ότι ψάρια έπιανε τα πουλούσε στην αγορά. Το απόγευμα ξεκουραζόταν πηγαίνοντας βόλτες με τους φίλους του!Έτσι ζούσε μια χαρούμενη και ήρεμη ζωή!

Μια μέρα, ένας φίλος του Οβένιου που ήταν βοσκός τον κάλεσε να πάει στο σπίτι του να τον φιλοξενήσει. Στο μέρος εκείνο γινόταν μια μεγάλη τριήμερη γιορτή και γινόταν σπουδαίο γλέντι. Γιόρταζε η Χρωματιστή θεά των χρωμάτων, η Νότα θεά της μουσικής και η Πέρνα θεά των εργαλείων. Ο Οβένιος δέχτηκε με χαρά!

Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του ξεκίνησε για το σπίτι του φίλου του.

Φτάνοντας εκεί τον είδε να κάθετε μαζί με τη γυναίκα του στο τραπέζι

περιμένοντάς τον. Ο βοσκός είχε και μία πάρα πολύ όμορφη κόρη με καταπράσινα μάτια σαν το λάδι. Το όνομα της ήταν Πορτοκαλένια που το είχε πάρει από το πορτοκαλί μαλλί που είχε. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα και καθότανε μαζί με τους γονείς της…

Ο Οβένιος μόλις την αντίκρισε ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά! Με τη πρώτη ματιά την ερωτεύτηκε, μα δεν το έδειξε!

Κάθισε και φάγανε όλοι μαζί, αυτός όμως δεν έπαψε να κρυφοκοιτάζει την όμορφη κόρη !!

Περνούσαν πολύ όμορφα και η Πορτοκαλένια με τον Οβένιο ήρθαν αρκετά κοντά. Έκαναν διάφορες δουλειές μαζί, συζητούσαν και τα απογεύματα πήγαιναν βόλτες θαυμάζοντας τις ομορφιές του βουνού.

Οι τρεις μέρες πέρασαν, το πανηγύρι τελείωσε και ο Οβένιος έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.

Το τελευταίο βράδυ, την ώρα που συζητούσαν ο Οβένιος εξομολογήθηκε στην Πορτοκαλένια για το τι ένοιωθε για αυτήν!

Η κοπέλα τρόμαξε!!και του είπε…:

Αχ! Οβένιε μου και εγώ σε αγαπώ μα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Είμαστε διαφορετικοί. Εσύ είσαι ένας ψαράς κι εγώ μια βοσκοπούλα. Δε θα μπορέσουμε ποτέ να παντρευτούμε!

-Τι σημασία έχει! Θα μιλήσουμε στους γονείς σου και αφού μας δώσουν την άδεια και την ευχή τους θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί!

Βλέποντας όμως την κόρη τρομαγμένη, δεν συνέχισε άλλο. Μόνο της είπε…:

-Αν το μετανιώσεις και αλλάξεις γνώμη θα με βρεις στο λιμάνι της Καρνάλης.

Αυτά είπαν και πήγανε στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν.

Το άλλο πρωί αφού φάγανε όλοι μαζί πρωινό το παλικάρι τους χαιρέτισε και γύρισε στο σπίτι του και στη δουλειά του.

Πέρασε πολύ καιρός. Ένα πρωί καθώς ο βοσκός πρόσεχε τα πρόβατά του

ένας αγγελιοφόρος του βασιλιά εμφανίστηκε από μακριά κρατώντας έναν φάκελο.

Ο βασιλιάς της πόλης ήταν νέος και δυνατός αλλά ήταν άσχημος με πολύ κακούς τρόπους και συνήθειες! Έπινε πάρα πολύ και κάθε μέρα γύρναγε τα ξημερώματα στο παλάτι βρίζοντας τόσο τους υπηρέτες του όσο και τους ίδιους του τους γονείς.!

Χωρίς να χάσει καιρό άνοιξε το γράμμα και διάβασε…

<<Είδα την κόρη σου στην αγορά, είναι η ποιο όμορφη κοπέλα που συνάντησα και αποφάσισα να την πάρω στο παλάτι μου και να την παντρευτώ. Το καλό που σου θέλω είναι να δεχτείς…Περιμένω να απαντήσεις και το απόγευμα θα έρθω να την πάρω…>>

Ο βοσκός δέχτηκε αφού δεν είχε και άλλη επιλογή. Ο αγγελιοφόρος πήρε την απάντηση και έφυγε ενώ ο βοσκός έτρεξε να βρει και να το πει στην κόρη του. Η Πορτοκαλένια μόλις το άκουσε αρνήθηκε να γίνει αυτός ο γάμος.

-Πατέρα, δεν τον θέλω για άντρα μου!!Είναι ένας απαίσιος άνθρωπος!!Να ξέρεις ότι αγαπώ έναν άλλον!!

-Αυτός ο γάμος θα γίνει, δεν έχουμε άλλη επιλογή!

Ο πατέρας φοβισμένος δεν δεχόταν κουβέντα και η Πορτοκαλένια αναγκάστηκε να σωπάσει! Έβαλε λοιπόν τα καλά της και βγήκε μαζί με τον πατέρα της έξω από το σπίτι για να περιμένουν την βασιλική άμαξα.

Αργά το απόγευμα ήρθε η βασιλική άμαξα. Μέσα από αυτήν

ξεπρόβαλε ο βασιλιάς και αφού έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον πατέρα της πήρε την Πορτοκαλένια και έφυγε για το παλάτι.

Όταν φτάσανε, διέταξε να την ετοιμάσουν το καλύτερο δωμάτιο του παλατιού και να την δώσουν τα ωραιότερα φορέματα και κοσμήματα που είχαν καθώς και ό,τι άλλο επιθυμούσε!!

Η όμορφη κοπέλα παρόλο που είχε τα πάντα ήταν πολύ δυστυχισμένη!

Κλείστηκε στο δωμάτιο και δε μιλούσε σε κανέναν! Σκεπτόταν τον Οβένιο και σιωπηλά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Για καλή της τύχη

η μητέρα του βασιλιά που ήταν πάρα πολύ καλή κατάλαβε τον πόνο της!

Την κάλεσε λοιπόν ένα πρωί και της είπε…:

-Καταλαβαίνω πώς νιώθεις καλή μου. Μα δεν χρειάζεται να παντρευτείς κάποιον που δεν αγαπάς. Σε συμβουλεύω το βράδυ να το σκάσεις και να πας σε αυτόν που αγαπάς πραγματικά.

-Σας ευχαριστώ κυρία…της είπε η κοπέλα.

Έτσι κι έγινε, μόλις σκοτείνιασε αρκετά η κοπέλα έφυγε παίρνοντας το δρόμο για το λιμάνι της Καρνάλης. Μόλις έφτασε εκεί έψαξε και βρήκε τον Οβένιο και του είπε την ιστορία της. Η συγκίνηση και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Αφού κουβέντιασαν για πολύ ώρα αποφάσισαν να φύγουν κάπου μακριά γιατί ο βασιλιάς θα την έψαχνε για να τη βρει και να την πάει πίσω στο παλάτι.

Έτσι έπεσαν για ύπνο ώστε να ξυπνήσουν πρωί και να φύγουν μακρυά.

Το άλλο πρωί ο βασιλιάς ξύπνησε και πήγε να καλημερίσει την γυναίκα του. Μα μόλις μπήκε στο δωμάτιο της είδε πως δεν ήταν εκεί! Τότε σκέφτηκε να ψάξει στα διαμερίσματα του παλατιού μα δεν ήταν πουθενά.

Αναστατωμένος ο βασιλιάς ανέβηκε στο άλογό του και μαζί με τους φρουρούς του πήραν το δρόμο για την πόλη. Ρωτούσαν κάθε

άνθρωπο που έβλεπαν για την Πορτοκαλένια όμως κανένας δεν ήξερε τίποτα.

Ο βασιλιάς γύρισε πίσω στο παλάτι χωρίς να το πάρει και πολύ κατάκαρδα

γιατί στην πραγματικότητα η αληθινή του αγάπη ήταν η ταβέρνα και το ποτό. Το μόνο λοιπόν που είχε να κάνει ήταν να περιμένει να βραδιάσει για να πάει να τη συναντήσει…..

Ο Οβένιος με την Πορτοκαλένια έκαναν μια καινούρια αρχή. Παντρεύτηκαν, έκαναν πολλά παιδιά και έζησαν ευτυχισμένοι για πάντα!!!

ΨΈΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..

 

ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ.

ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που όλα είχαν ανθρώπινη λαλιά

ζούσαν σε ένα κήπο πολλά και διάφορα φρούτα μαζί με λαχανικά.

Στο μέρος που έμεναν δεν ζούσαν καθόλου καλά, γιατί

πάντα φοβόταν μην έρθει κανένας άνθρωπος, να πάρει κανένα τους και να το φάει!

Επειδή δε μπορούσαν να ζούνε άλλο έτσι αποφάσισαν να φύγουν, να πάνε να μείνουν αλλού.

Περπάτησαν…περπάτησαν για πολλές μέρες, ώσπου

βρέθηκαν μπροστά σε μια διασταύρωση. Είχε πολλούς δρόμους

που οδηγούσαν σε διάφορους τόπους της Παραμυθοχώρας.

Το πρόβλημα ήταν που δεν μπορούσαν να πάνε όλοι μαζί γιατί δε θα χωρούσαν τόσα πολλά που ήταν. Τότε ο αρχηγός αφού σκέφτηκε για λίγο είπε…:

-Παιδιά, νομίζω πως ήρθε η στιγμή να χωριστούμε σε ομάδες και κάθε μια από αυτές να πάρει τον δικό της δρόμο. Ας πούμε ένα αντίο, ας ευχηθούμε ο ένας τον άλλον να ζήσει καλά χωρίς να φοβάται τίποτα!

Τα φρούτα αποχαιρέτισαν τους φίλους τους, με δάκρυα στα μάτια και πήρε η κάθε ομάδα τον δρόμο της.

Τα πορτοκάλια, μαζί με τον αρχηγό πήραν το δρόμο που οδηγούσε στη Δεντρόπολη. Τα λεμόνια πήραν το δρόμο που οδηγούσε στην Ηλιούπολη. Τα ρόδια για τη Χρωματούπολη ενώ τα καρπούζια με τα λαχανικά πήραν το δρόμο για την Ωρολογοχώρα.

Τα κεράσια έμειναν τελευταία. Αυτά δεν ήξεραν ποιο δρόμο να πάρουν και τελικά πήραν ένα στη τύχη.

Μετά από πολύ περπάτημα έφτασαν σε ένα πανέμορφο μέρος.

Κάθισαν και το κοιτούσαν κατάπληκτα.

Το μέρος ήταν καταπράσινο. Παντού είχε μεγάλα δέντρα και ωραία λουλούδια που μύριζαν πολύ ωραία, ενώ μπορούσαν να ακούσουν τη γλυκιά μελωδία της φύσης!

Αφού θαύμασαν το μέρος, τα κεράσια έφτιαξαν τα σπίτια στους

ανάμεσα στα δέντρα. Έφτιαξαν και ένα ωραίο σχολείο και έβαλαν για δάσκαλο ένα έξυπνο σκαθάρι.

Αυτόν τον τόπο τον ονόμασαν <<Κερασοχώρα>>.

Τα κεράσια όταν τελείωσαν είχαν ένα φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπό τους.

Από τότε πέρασε κάμποσος καιρός, ας δούμε όμως τι γίνετε στο σχολείο…

Το σχολείο ήταν κόκκινο χρώμα και βρισκόταν κάτω από ένα θάμνο, ενώ έξω υπήρχαν πολλά παιχνίδια. Εκεί πήγαιναν τα κερασάκια, τα οποία περνούσαν πολύ καλά. Πρώτα έκαναν μάθημα και όταν τελείωναν έκαναν ό,τι ήθελαν. Ζωγράφιζαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν και πολλά άλλα.

Η ώρα του σχολείου περνούσε ήρεμα κι ωραία. Μια μέρα συνέβηκε κάτι παράξενο, που διατάραξε την ηρεμία της τάξης και προκάλεσε πολλή φασαρία.

Εκείνο το πρωινό λοιπόν ο δάσκαλος τους είπε ότι θα ερχόταν

ένα καινούριο παιδί στην τάξη. Τα κερασάκια χάρηκαν πολύ γιατί θα αποκτούσαν έναν καινούριο φίλο και περίμεναν υπομονετικά να το γνωρίσουν.

Σε λίγο μπήκε στη τάξη ο δάσκαλος με το νέο μαθητή.

Τα κερασάκια όταν τον είδαν έμειναν με το στόμα ανοιχτό ενώ τα μάτια τους γούρλωσαν από έκπληξη. Ο νέος τους συμμαθητής ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτούς. Δεν ήταν κόκκινος όπως αυτά, αλλά είχε ένα άσπρο χρώμα με ξερές φλούδες και λίγο γεματούτσικος. Λόγο της περίεργης εμφάνισής του, τα κερασάκια δεν το συμπάθησαν καθόλου. Άρχισαν να τον κοροϊδεύουν λέγοντας τον άσχημα λόγια…:

-Τι είδος φρούτου είσαι εσύ;

-Ό,τι και να είσαι δεν ταιριάζεις με μας.

-Κοιτάξτε τι άσχημο που είναι!

-Δε φεύγεις καλύτερα από εδώ;

Έτσι του έλεγαν τα κερασάκια. Το κακόμοιρο το κρεμμυδάκι στεναχωριόταν πολύ. Ο δάσκαλος τους, ο κύριος Σκαθάρης, θύμωσε όταν είδε αυτή τη συμπεριφορά και τα μάλωσε λέγοντας τα…:

-Σταματήστε! Γιατί παιδιά κοροϊδεύετε το νέο σας συμμαθητή; Αυτό δεν είναι σωστό! Δε θυμάστε πριν χωριστείτε στη διασταύρωση; Παίζατε και με άλλα φρουτάκια και λαχανικάκια εκτός από κεράσια!

-Ναι κύριε το θυμόμαστε! Μα δεν έχω ξαναδεί κρεμμύδι!

-Τι σημασία έχει! Τέλος πάντων! Το μόνο που θέλω, είναι από εσάς να τον κάνετε φίλο σας και να το φέρεστε καλά. Σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι!

Τα κερασάκια έκαναν ότι τους είπε ο δάσκαλός τους, κατά βάθος όμως δεν τον είχαν συμπαθήσει.

Πέρασαν οι ώρες και ήρθε η ώρα που σχόλασαν. Όλοι

έφυγαν από το σχολείο χαρούμενοι, μόνο το κρεμμυδάκι ήταν λυπημένο. Δεν είχε περάσει καθόλου καλά την πρώτη του μέρα στο σχολείο. Όταν έφτασε στο σπίτι του η μητέρα του, η κυρία Κρεμμυδίτσα πρόσεξε ότι το παιδί της ήταν δυστυχισμένο και το ρώτησε….:

-Γιατί παιδί μου είσαι έτσι;

Τότε το κρεμμυδάκι της διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί.

Η κυρία Κρεμμυδίτσα το αγκάλιασε και του είπε…:

-Μη στεναχωριέσαι,κάνε υπομονή και όλα θα φτιάξουν!

-Μα πώς;Αφού είμαι διαφορετικός από αυτούς!

-Θα στο ξαναπώ κάνε υπομονή!!

Κάθε απόγευμα όποτε είχε καλό καιρό, οι μητέρες με τα παιδιά τους πήγαιναν στο πάρκο. Εκεί συζητούσαν πίνοντας τον καφέ τους ενώ τα μικρά έπαιζαν ανέμελα.

Ξαφνικά, εκεί που όλα ήταν ήσυχα, ακούστηκαν από μακρυά

βήματα βαριά. Τότε, μπροστά του παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος!!!

Οι μεγάλοι μόλις τον είδαν σάστισαν και άρχισαν να τρέχουν φοβισμένοι, ενώ τα μικρά βρέθηκαν στη σακούλα που κρατούσε ο άνθρωπος.

Το κρεμμυδάκι, που έπαιζε στην άκρη του πάρκου με τα αδελφάκια του, είδε τι είχε συμβεί. Θα μπορούσε να φύγει σαν τους άλλους για να γλυτώσει. Αυτό όμως δεν το έκανε. Γύρισε στα αδελφάκια του και είπε…:

-Τι κάθεστε έτσι; Εμπρός, πάμε να τους βοηθήσουμε! Εσύ,πήγαινε στο σπίτι και φέρε μερικές βέργες της μαμάς και εσύ φέρε αγκάθια από τον αγκαθόκηπό μας.

Χωρίς να χάσουν καιρό, τα κρεμμυδάκια έφυγαν και γυρνώντας αμέσως έφεραν αυτά που τους είπε. Πρώτα άρχισαν να χτυπούν τον άνθρωπο με τις βέργες. Πόνεσε αλλά δεν άφησε τα κερασάκια. Το κρεμμυδάκι τότε είπε…:

-Ας τον τσιμπήσουμε με τα αγκάθια!

Τότε όλα μαζί άρχισαν να τον τσιμπάνε με δύναμη.

Ο άντρας δεν άντεξε τον πόνο, άρχισε να ουρλιάζει δυνατά. Στο τέλος πέταξε τη σακούλα με τα κερασάκια και έφυγε μακριά!

Μόλις ο κίνδυνος πέρασε, όλα τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από

τον ήρωά τους…:

-Σε ευχαριστούμε που μας έσωσες!

-Αν δεν ήσουν εσύ, τώρα δε θα ζούσαμε!

-Γιατί μας έσωσες; Αφού δε σου φερθήκαμε καλά!

-Έκανα αυτό που έπρεπε. Τώρα ας ξεχάσουμε τι έγινε. Θα σας πάω τώρα στα σπίτια σας γιατί οι γονείς σας θα ανησυχούνε πολύ!

Ξεκίνησαν όλα μαζί πιάνοντας χέρι-χέρι το ένα με το άλλο.

Από τότε τα κερασάκια

δεν κορόιδεψαν ξανά το κρεμμυδάκι και τον έκαναν καλό τους φίλο. Πήρανε όμως και ένα μάθημα που θα το θυμούνται για όλη τους τη ζωή……

Δεν κοροϊδεύουμε κανέναν, όσο διαφορετικός και αν είναι από εμάς γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η Έξυπνη Γοργόνα στο YouTube….

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΓΓΕΛΑΚΙ

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΓΓΕΛΑΚΙ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που ό,τι διαβάζαμε στα

παραμύθια, όπως για πριγκίπισσες και δράκους υπήρχαν, ζούσε στο Νότιο Πόλο μια κοπέλα. Ήταν η αδερφή του Άι-Βασίλη και το όνομα της ήταν Άγια-Βασιλένια.

Ζούσε σε ένα τεράστιο κρυσταλλένιο παλάτι. Επίσης είχε

πολλούς βοηθούς. Δεν ήταν ξωτικά όπως του αδερφού της, αλλά ήταν μουσικά αγγελάκια και όλα τους είχαν, μουσικά όργανα. Ήταν πιστοί και πολύ υπάκουοι βοηθοί.

Κάθε Πρωτοχρονιά διοργάνωναν μια γιορτή. Έκαναν

μια παράσταση, με μουσική και τραγούδια. Όταν τελείωναν πηγαίνανε να διασκεδάσουν στην Χιονόπολη, ένα μέρος με διάφορα καταπληκτικά παιχνίδια.

Μια μέρα, καθώς η Άγια Βασιλένια μιλούσε με την αρχηγό των αγγέλων για κάτι σχετικό με τη γιορτή, ήρθε ένα γράμμα για αυτήν που έλεγε τα παρακάτω…:

<<Αγαπημένη μου αδερφή,

σου γράφω από το Βόρειο Πόλο. Θέλω να σου πω κάτι πολύ σημαντικό. Σήμερα το πρωί κρυολόγησα, ο γιατρός μου είπε να μείνω στο κρεβάτι και δεν μπορώ αύριο να μοιράσω τα δώρα στα παιδιά, για αυτό θα ήθελα να τα πας εσύ. Συγνώμη αν έχεις προγραμματίσει κάτι αλλά είναι πολύ σημαντικό τα δώρα να παραδοθούν στα παιδιά. Το απόγευμα θα στα στείλω. Βασίζομαι σε σένα…

Με αγάπη ο Άι-Βασίλης.>>

Καθώς το διάβαζε, την παρακολουθούσαν πίσω από την πόρτα

τρία μουσικά αγγελάκια! Ήταν η Κέρλα, η Ξεξά και η Λέλα.

Άκουσαν τι έλεγε το γράμμα και άρχισαν να συζητούν ψιθυριστά για το θέμα αυτό.

Πρώτη άρχισε η Κέρλα…

-Η Άγια- Βασιλένια δε θα έρθει στη γιορτή.

-Ούτε στη Χιονόπολη…είπε η Ξεξά.

-Δεν πειράζει, είναι υποχρέωση της. Έτσι κι αλλιώς κι εγώ θα φύγω…είπε η Λέλα.

-Εσύ πού θα πας;…τη ρώτησε η Κέρλα.

-Θα πάω μαζί της και θα τη βοηθήσω!!

Οι φίλες της έσκασαν στα γέλια!

-Χα, χα !! Σιγά μη σε αφήσει !! …της είπε γελώντας η Ξεξά.

Χωρίς να χάσει καιρό η Λέλα ρώτησε τη Βασιλένια και εκείνη της είπε…

-Λυπάμαι μικρή μου, μα δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου, απαγορεύετε! Εξάλλου είναι κάτι που πρέπει να το κάνω μόνη μου. Εσύ έχεις άλλες υποχρεώσεις και να ασχοληθείς με τη γιορτή.

Η Λέλα στεναχωρήθηκε πολύ…<<Ωραία, τώρα που ήρθε η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί η επιθυμία μου..πάει, χάθηκε. Πάντα

ήθελα όταν θα πήγαινε η Βασιλένια στον κόσμο των ανθρώπων να πάω και εγώ μαζί της.>>

Έκατσε για πολύ ώρα σκεπτική και στο τέλος αποφάσισε…

<<Θα πάω ακόμα κι αν δεν με αφήνουν!!>>

Έφτασε η μεγάλη μέρα..Πρωτοχρονιά. Όλοι τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Κάνοντας τις τελευταίες τους πρόβες, η δασκάλα τους η κυρία Καίρλη τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για την παράσταση.

Η Άγια -Βασιλένια μέσα στο γραφείο της τακτοποίησε τα δώρα των παιδιών και ήταν έτοιμη για το μεγάλο της ταξίδι. Αφού τα τελείωσε όλα, ξάπλωσε λίγο για να ξεκουραστεί και την πήρε ο ύπνος. Η Λέλα τότε χωρίς να χάσει καιρό τρύπωσε και κρύφτηκε ανάμεσα στα δώρα.

Η ώρα για να μοιραστούν τα δώρα ήρθε και η Βασιλένια

ξεκίνησε με χαρά για το ταξίδι της.

Φτάνοντας στην πόλη, το έλκηθρο σταμάτησε σε ένα σπίτι. Το μικρό αγγελάκι, που του άρεσε να εξερευνάει ξένους χώρους,βγήκε από την κρυψώνα του και μπήκε από ένα ανοιχτό παράθυρο μέσα στο δωμάτιο. Εκεί μέσα, υπήρχαν δύο κρεβάτια που στο ένα κοιμόταν ένα αγόρι κρατώντας σφιχτά ένα αρκουδάκι και στο άλλο ήταν ένα ξύπνιο κοριτσάκι παίζοντας με την κούκλα του.

Η Λέλα τότε το πλησίασε και το ρώτησε…:

-Γιατί είσαι ξύπνια;

-Περιμένω τον Άγιο Βασίλη…της απάντησε.

-Ο Άγιος Βασίλης δε θα έρθει αν δεν κοιμηθείς!

-Μα θέλω να τον δω!

Αφού σκέφτηκε για λίγο η Λέλα της είπε…:

-Θέλεις να σου παίξω ένα νανούρισμα;

-Ναι!

Η Λέλα έβγαλε το μουσικό της όργανο που ήταν ένα ακορντεόν

και άρχισε να παίζει μια γλυκιά μελωδία…το κοριτσάκι σε λίγο αποκοιμήθηκε!

Το αγγελάκι μας αυτό το έκανε και σε άλλα παιδιά που ήταν ξύπνια. Αυτό διευκόλυνε πολύ την Βασιλένια στο έργο της και ξεμπέρδεψε γρήγορα!

Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Η Λέλα ήταν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκε. Η Βασιλένια την είδε αλλά δεν την μάλωσε, γιατί κατάλαβε πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθεια της και ότι χωρίς αυτήν δε θα ξεμπέρδευε τόσο εύκολα…

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Η ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Κάποτε σε ένα όμορφο χωριό στην Κρητέα, ζούσε ένας

άντρας με την οικογένειά του. Του άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια

και στο χωριό όλοι τον φωνάζανε ο Ταξιδιώτης. Είχε ένα δικό του

πλοίο,μεγάλο που το είχε βαμμένο γαλάζιο με κάτασπρα πανιά.

Μαζί με τους συντρόφους του ζούσαν ατελείωτες περιπέτειες

και ανακάλυπταν πολλά ωραία και παράξενα μέρη.

Μια μέρα οι φίλοι μας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια

δυνατή και τρομακτική καταιγίδα, προκαλώντας στο καράβι πολλές ζημιές που τους ανάγκασε να αράξουν στο πρώτο νησί που βρέθηκε μπροστά τους. Αφού όλα ηρέμησαν

ο Ταξιδιώτης κατέβηκε στη στεριά λέγοντας σε έναν από τους συντρόφους του….:

-Εγώ πάω να εξερευνήσω το νησί. Εσύ μαζί με τους άλλους προσπαθήστε να φτιάξετε το καράβι!

-Πάνε εσύ και μη νοιάζεσαι εμείς θα τα τακτοποιήσουμε όλα….του είπε ο σύντροφός του.

Ο Ταξιδιώτης, αφού τον αποχαιρέτισε έφυγε.

Καθώς περπατούσε εκεί έβλεπε πολλά διαφορετικά αλλά

ωραία πράγματα που του έκαναν εντύπωση μα ποιο πολύ εντυπωσιάστηκε με μια ταμπέλα που είδε και έγραφε :<<Το νησί της Υγείας>>. Προχώρησε ακόμα ποιο πολύ και βρέθηκε μπροστά σε ένα ιατρείο που και αυτή τη φορά την προσοχή του την τράβηξε η ταμπέλα που υπήρχε στην πόρτα και έλεγε <<ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ>>.

Γεμάτος περιέργεια αποφάσισε να μπει μέσα. Από περιέργεια έδωσε και αυτός αίμα και άρχισε να ρωτά τη νοσοκόμα για το ιατρείο…:

-Δε μου λέτε, πώς λένε αυτό το μέρος;

-Αιμοδοσία.

-Και τι θα πει;

-Αιμοδοσία θα πει να δίνεις αίμα στον συνάνθρωπό σου που το έχει ανάγκη.

-Μπα, δεν έχετε ιατρούς;

-Φυσικά και έχουμε, αλλά άμα κάποιος αρρωστήσει βαριά μπορεί να του δώσουμε αίμα για να ζήσει. Οι γιατροί είναι καλοί όμως η αιμοδοσία είναι πολύτιμη.

-Α!!Κατάλαβα!

Η νοσοκόμα ξεκλείδωσε ένα ντουλάπι, το άνοιξε και έδωσε

στον ταξιδιώτη ένα μπουκάλι γεμάτο με αίμα…:

-Πάρ’ το, μπορεί να σου χρειαστεί.

Αυτός την ευχαρίστησε και αφού την αποχαιρέτισε πήρε το δρόμο για το πλοίο του γεμάτος σκέψεις.

Μετά από πολλές μέρες, το πλοίο άραξε στην Κρητέα και οι ναύτες έφυγαν για τα σπίτια τους. Ο Ταξιδιώτης καθώς πήγαινε δεν είχε βγάλει από το μυαλό του την αιμοδοσία.

Σε κάποια στιγμή του ήρθε μια ιδέα! Γιατί να μη κάνουν και εδώ το ίδιο; Μόλις έφτασε στο σπίτι του, είπε στη γυναίκα του που ήταν δήμαρχος την ιδέα του. Εκείνη όμως αρνήθηκε την πρόταση,όσο και αν ο άντρας της την παρακαλούσε….:

-Έλα άντρα μου! Μην κάνεις έτσι! Σιγά την αιμοδοσία! Όποιος είναι άρρωστος μπορεί να πάει στο γιατρό!

-Άμα όμως κάποιος αρρωστήσει βαριά;….την ρώτησε ο άντρας της.

-Κάποια λύση θα βρεθεί…του απάντησε η γυναίκα του μετά από λίγη σκέψη.

Ο Ταξιδιώτης σταμάτησε την προσπάθεια. Θα μπορούσε να τη συνεχίσει αλλά δε του άρεσε η γκρίνια και δεν ήθελε να έρθει σε κόντρα με τη γυναίκα του…δε ξαναμίλησε ποτέ για αυτό.

Από τη μέρα αυτή πέρασε κάμποσος καιρός ώσπου έφτασε ο χειμώνας. Στην Κρητέα έκανε πάρα πολύ κρύο,ενώ τα βράδια είχε συχνά ανεμοθύελλες. Οι άνθρωποι όταν έβγαιναν έξω ντύνονταν

πάρα πολύ καλά για να μην αρρωστήσουν. Οι Κρητέοι αυτή την εποχή δεν την άρεσαν καθόλου! Λίγοι άνθρωποι τριγυρνούσαν στους δρόμους και ποιο πολύ ήταν οι χιονοκαθαριστές και οι μπουλντόζες που καθάριζαν τους δρόμους από το πολύ χιόνι που έριχνε!

Αυτή την εποχή λοιπόν, η κόρη του Ταξιδιώτη η Ράια είχε ένα σοβαρό ατύχημα και έχασε πολύ αίμα. Όσοι γιατροί κι αν ερχόταν δεν κατάφερναν τίποτα. Τότε ο πατέρας της, πήρε το μπουκάλι που του έδωσε η

νοσοκόμα στο νησί και της έδωσε λίγο αίμα, αμέσως έγινε καλά!

Τότε η γυναίκα του

κατάλαβε ότι ο άντρας της είχε δίκιο για αυτό έκανε ό,τι της είπε.

Έτσι όλοι οι Κρητέοι μαζί με τον Ταξιδιώτη ζούσαν ευτυχισμένοι

για πάντα!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που στη χώρα της Αρχαιότητας

βασίλευε η θεά Γνώση, ζούσε ένας συγγραφέας.

Αυτός ο συγγραφέας ήταν πολύ διάσημος και είχε πραγματικό ταλέντο στο να γράφει παραμύθια. Όλοι οι άνθρωποι που έμεναν εκεί έλεγαν ότι έγραφε τις καλύτερες ιστορίες σε όλο τον κόσμο. Δεν είχε λοιπόν κανένα παράπονο ή πρόβλημα στο σπιτικό του. Όλα τα είχε!!

Ποιο πολύ όμως του άρεσε η βιβλιοθήκη του. Ήταν τεράστια!!

Ήταν κίτρινη με μπλε σαν τον ήλιο με τον ουρανό και ο διάδρομος κάτω

είχε το χρώμα της νύχτας, στη μέση είχε το φεγγάρι που ήταν στρογγυλό με ένα πλατύ χαμόγελο και γύρο του πολλά γελαστά αστεράκια.

Στα ράφια της βιβλιοθήκης είχε πάνω βιβλία που ήταν αμέτρητα!

Αυτά τα βιβλία όμως, παρόλο που ήταν καλογραμμένα με ωραίες ιστορίες

είχαν κάτι το ξεχωριστό….μιλούσαν!

Ήταν φίλοι μεταξύ τους και ήταν πάντα ευτυχισμένα με καλή διάθεση.

Κάθε μέρα που περνούσε ήταν σαν μια γιορτή για τα βιβλία.

Τους άρεσε όλα όσα έκαναν μα ποιο πολύ τους άρεσε να χαζεύουν τον

κόσμο που ερχόταν στη βιβλιοθήκη.

Όλα τα βιβλία ήταν καλά,έξυπνα,άξια και ευγενικά..Όλα εκτός από ένα

που διέφερε από τα άλλα.

Δεν ήταν ούτε καλό,ούτε ευγενικό αλλά κακό,γκρινιάρικο,αδέξιο κι ακατάδεκτο.

Κανένα βιβλίο δεν το ήθελε και κανένα δεν το έκανε παρέα, για αυτό έμενε συχνά μόνο του.

Το ποιο τρελό πράγμα που είχε το βιβλίο ήταν πως ήταν άγραφο,δηλαδή δεν είχε ιστορία!Όσο κι αν τα βιβλία με τον συγγραφέα το παρακαλούσαν

να καθίσει να του γράψουν κάτι τέλος πάντων!

Εκείνο δεν άκουγε κανέναν, μονάχα τους έλεγε….:

Και γιατί παρακαλώ πρέπει εγώ να καθίσω να με γράψετε; Όχι! Δεν θέλω να μουτζουρωθούν οι όμορφες λευκές σελίδες μου!

Έτσι έκανε το βιβλίο, όμως δεν ήξερε ότι αυτή τη βραδιά θα συναίβενε

κάτι αναπάντεχο. Κάτι που θα το έκανε να καταλάβει τα λάθη του και να αλλάξει συμπεριφορά.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν,εκεί που κοιμόταν άκουσε ένα θόρυβο. Ξύπνησε και άρχισε να κοιτάζει μια εδώ,μια εκεί,αλλά δεν είδε τίποτα. Ο θόρυβος ξανακούστηκε αλλά από ότι κατάλαβε ερχόταν κάτω από τη βιβλιοθήκη.

Το βιβλίο κοίταξε κι εκεί, μα αυτό που είδε το έκανε να μη πιστεύει στα μάτια του!

Ήταν ένα κορίτσι, να τόσο δα, που φορούσε ένα μακρύ φουσκωτό

γαλάζιο φόρεμα με μια άσπρη ποδιά και τα ξανθά μαλλιά της

έφταναν σχεδόν ως τα ξυπόλυτα πόδια της. Τα είχε δεμένα πλεξούδα με ένα μοβ φιόγκο. Η Νάιλα, έτσι την έλεγαν. Μόλις είδε το βιβλίο το

χαιρέτισε λέγοντας….:

-Καλησπέρα, συγνώμη που σε ξύπνησα. Μπορείς σε παρακαλώ να με ανεβάσεις επάνω;

Το βιβλίο δεν είχε καμιά όρεξη να την ανεβάσει. Καταρχήν,

πώς τόλμησε μια παράξενη ξένη να έρθει από το πουθενά και να το ξυπνήσει μέσα στα μεσάνυχτα!

Όμως επειδή φοβόταν μήπως η μικρή φωνάξει , κατέβηκε, την ανέβασε

και αφού ξανακάθησε στη θέση του την ρώτησε…:

-Γιατί ήρθες σε μένα; Τι θέλεις τέτοια ώρα νυχτιάτικα;

-Ήρθα να σου κάνω μια ερώτηση….του απάντησε η Νάιλα.

-Γιατί τέτοια ώρα; Έλα αύριο..!!

-Σε παρακαλώ, μόνο για λίγο. Η ερώτησή μου είναι μικρή.

-Καλά! Πες την να τελειώνουμε! ….της είπε το βιβλίο που είχε αρχίσει να βαριέται.

Έχεις ιστορία;

-Φυσικά και όχι!

-Τότε μπορώ να γίνω εγώ η ιστορία σου;

-Όχι!

Όσο κι αν το παρακαλούσε η Νάιλα το βιβλίο αρνιόταν. Τότε το κορίτσι, αγανακτισμένο του είπε…:

Μου φαίνεται ότι είσαι εκείνο το βιβλίο που λένε. Ποτέ δε φαντάστηκα ότι

είσαι τόσο κακό!! Λοιπόν θα σου πω λίγα πράγματα για εμάς τους ήρωες και θα φύγω. Πρόσεξε, αυτά που θα σου πω να τα σκεφτείς πολύ καλά. Την άλλη νύχτα θα ξανά ‘ρθω για να δω αν άλλαξες γνώμη. Εμείς οι ήρωες, μένουμε μέσα σε εσάς, είστε δηλαδή σαν σπίτια. Εμείς ζούμε τις περιπέτειές μας με κινδύνους αλλά είμαστε όλοι φίλοι κι αδέλφια, όλοι μαζί παίζουμε, γλεντάμε, μιλάμε και άλλα που ξέρεις. Θα μπορούσα να τα κάνω αυτά αλλά δεν μπορώ γιατί δεν έχω σπίτι! Αυτά ήθελα να σου πω. Καληνύχτα!

Μόλις τελείωσε τα λόγια που ήθελε

να του πει. Η Νάιλα πήδηξε από την βιβλιοθήκη και χάθηκε από τα μάτια του βιβλίου.

Το βιβλίο έμεινε για λίγο ακίνητο να κοιτάζει το πάτωμα και μετά από λίγο σκέφτηκε….<<Έλα βιβλίο, μην κάνεις έτσι! Η Νάιλα τα είπε αυτά γιατί σε ζηλεύει! Ας πέσω τώρα για ύπνο.>>

Μα ύπνος δεν το έπαιρνε. Έτσι έμεινε ξύπνιο ξαπλωμένο στο χώρο του.

Το βιβλίο σκεύτηκε τα λόγια που του είχε πει το κορίτσι και σιγά σιγά άρχισε να καταλαβαίνει το λάθος του. Τέλος αποφάσισε να ζητήσει

συγνώμη από τη Νάιλα και να της πει ότι δέχεται να μπει μέσα του. Έτσι το βιβλίο, ήσυχο ποια κοιμήθηκε.

Την άλλη μέρα λοιπόν, όταν όλοι έπεσαν να κοιμηθούν, το βιβλίο

κάθισε κι άρχισε να την περιμένει υπομονετικά. Κανέναν όμως

δεν είδε, ούτε άκουσε κανένα θόρυβο, τότε σκέφτηκε..:<<Φαίνεται ότι δεν θα πίστεψε ότι άλλαξα γνώμη. Καλύτερα να τη βρω εγώ.>>

Έτσι, κατέβηκε προσεκτικά από τη βιβλιοθήκη και πατώντας στις μύτες των ποδιών, το βιβλίο έψαχνε εδώ και εκεί για να τη βρει. Ξαφνικά

εκεί που έψαχνε είδε σε ένα τοίχο μια τρύπα γεμάτη φως. Ρίχνει μια ματιά μέσα και είδε τη Νάιλα καθισμένη σε μια κουνιστή καρέκλα να πλέκει.

Είδε το βιβλίο .. κι εκείνο της είπε ότι της ζητά συγνώμη και ότι θέλει να γίνει η ιστορία του…..

-Επιτέλους! Βλέπω ότι σκέφτηκες τα λόγια μου, ελπίζω να πήρες ένα καλό μάθημα.

Το βιβλίο άνοιξε τις σελίδες του, ενώ το κορίτσι προχώρησε και μπήκε μέσα. Τώρα είχε κι εκείνο τη δική του ιστορία! Ήταν χαρούμενο!!

Από τότε το βιβλίο σταμάτησε να είναι κακό, είχε γίνει καλό σας όλα τα άλλα.

Απόχτησε και μια φίλη, τη Νάιλα. Ξέρετε, τα βράδια κάθονται μαζί και μιλάνε ή διασκεδάζουν με αστεία….

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η ΑΛΕΠΟΥΔΕΝΙΑ

 

Η ΑΛΕΠΟΥΔΕΝΙΑ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια , τότε που οι άνθρωποι δεν ζούσαν σε πόλεις και χωριά όπως εμείς , χωρίς αμάξια και άλλες πολυτέλειες , αλλά στη φύση μέσα σε δάση , βουνά και λόφους.

Τα σπίτια τους δεν ήταν φτιαγμένα από τούβλα σαν τα δικά μας αλλά από ξύλα και μάλιστα ενός συγκεκριμένου δέντρου που λεγότανε <<Ορμιά>>. Τα ξύλα του ήταν πολύ γερά έτσι τα σπίτια τους γινόταν γερά και τους προστάτευαν από κάθε καιρό.

Είχανε και μαγαζιά βέβαια διαφορετικά από τα δικά μας αλλά χρήσιμα για τη ζωή τους . Όπως το ραφτάδικο , οπού εκεί έραβαν τα ρούχα και τα πουλούσαν χωρίς πληρωμή γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν χρήματα .

Η τροφή τους ήταν υγιεινή . Τρώγανε ψωμί , ζυμαρικά , όσπρια , γαλακτοκομικά . Πάρα πολλά φρούτα , λαχανικά και πίνανε μόνο φυσικούς χυμούς . Γλυκά και άλλα αναψυκτικά δεν υπήρχαν.

Έτσι , ήταν όλοι πάντα υγιής , χωρίς να πηγαίνουν ποτέ στο γιατρό. Όλοι δούλευαν . Έκαναν τις διάφορες δουλειές του νοικοκυριού , πήγαιναν για ψώνια και πολλά άλλα. Τον ελεύθερο χρόνο τους ασχολούνταν με το κέντημα που τους ηρεμούσε και τους χαλάρωνε .

Τα ρούχα αυτών των ανθρώπων δεν ήταν σαν τα δικά μας , ήταν φτιαγμένα από δέρματα ζώων και μάλιστα ανάλογα με το δέρμα ζώου που φορούσε κάποιος έπαιρνε και το όνομα του .

Αυτή ήταν η ζωή αυτών των ανθρώπων και τώρα ας γυρίσουμε στο

θέμα της ιστορίας μας που έχει ως ηρωίδα ένα παιδάκι (κοριτσάκι) . Όμως ένα παιδάκι που δεν κοροϊδεύει , δε λέει άσχημα λόγια και δεν χτυπά. Αντίθετα ήταν καλό , ευγενικό , ψύχραιμο , υπάκουο και υπομονετικό. Ένα παιδί που προσπαθούν με πολύ κόπο να μας κάνουν οι μανάδες μας .

Σε ένα δάσος μακρινό ζούσε μια γυναίκα που τη λέγανε

Γα’ι’δουρένια . Είχε μια κουκούλα γαϊδάρου , ξανθά μακριά μαλλιά , μακρύ φουσκωτό φόρεμα και τα μάτια της ήταν γκρι , σαν τα σύννεφα της βροχής που ήταν ο αγαπημένος της καιρός, αλλά της άρεσε και ο ήλιος. Η ασχολία της ήταν να φτιάχνει βαζάκια από πηλό και τα έβαζε στα ράφια του δωματίου της . Έτσι , τα ράφια της ήταν γεμάτα βαζάκια καφέ , με άσπρες γραμμές που μερικές φορές παρίσταναν διάφορα σχέδια .

Η ζωή της Γα’ι’δουρένιας κυλούσε χαρούμενα και όμορφα , όμως υπήρχε κάτι που δεν το είχε καθόλου και της έλειπε πολύ..Δεν είχε παιδιά !!!

Στο δάσος όλοι είχαν παιδιά , αγόρια ή κορίτσια και η μόνη που δεν είχε ήταν αυτή!! Ήταν πολύ λυπημένη !! Πόσο θα ήθελε να είχε ένα παιδάκι!!

Μια μέρα , η Γα’ι’δουρένια έφυγε από τα σπίτι της και πήγε στο Ναό της Θεάς που πίστευαν τότε .. τη Θεά Κυβέλη που ήταν Θεά της ανάγκης των ανθρώπων και της ασφάλειας . Όταν μπήκε μέσα στο Ναό γονάτισε μπροστά στη Θεά και προσευχήθηκε…:

-Ω ! Θεά Κυβέλη , προστάτιδα μας που μας φιλάς από τον πειρασμό και μας κρατάς ασφαλείς , αν έχεις την καλοσύνη δώσε και σε μένα ένα κοριτσάκι που να έχει ξανθά μακριά μαλλιά σαν το ήλιο και γαλάζια μάτια σαν τον ουρανό . Όποιος κι αν είναι ο χαρακτήρας της και η συμπεριφορά της εγώ θα την αγαπώ και θα την προσέχω σαν τα μάτια μου.

Η Θεά άκουσε την προσευχή της Γα’ι’δουρένιας και τη λυπήθηκε . Αποφάσισε λοιπόν να πραγματοποιήσει την επιθυμία της . Η γυναίκα έμεινε έγκυος και μόλις ήρθε ο καιρός γέννησε ένα όμορφο κοριτσάκι όπως το είχε ζητήσει .

Οι νονοί του παιδιού του έπαιρναν διάφορα όμορφα ρούχα που πίστευαν ότι θα του ταίριαζαν , όμως ό,τι και να του έπαιρναν δεν του ταίριαζε τίποτα.

Μόνο αν ένα ρούχο ταίριαζε στο μωρό θα μπορούσαν να το βαφτίσουν και να του δώσουν το όνομά του. Έτσι το είχανε τότε εκεί….

Άλλα ήταν μικρά , άλλα μεγάλα και άλλα..δεν του πήγαιναν καθόλου . Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό , ώσπου μια μέρα , ήρθε στο σπίτι της η θεία της μικρής και αδερφή της Γα’ι’δουρένιας . Είχε πάρει για το μωρό αλεπουδίσια ρούχα , μία κουκούλα και ένα φόρεμα . Του τα φόρεσαν λοιπόν για να δούνε αν του ταιριάζουν. Τότε τι να δουν! Τα ρούχα και του ταίριαζαν και του πήγαιναν ! Ήταν κούκλα !

Επιτέλους , βρήκανε ένα ρούχο και θα μπορούσαν να δώσουν και όνομα στο μωρό!!

Αυτό το κοριτσάκι λοιπόν το ονόμασαν Αλεπουδένια.

Πέρασαν τα χρόνια και η Αλεπουδένια μεγάλωσε κι έγινε ένα πανέμορφο κορίτσι . Κάθε μέρα βοήθαγε σε λίγες δουλειές τη μητέρα της και μετά έβγαινε έξω και έπαιζε με τους φίλους της όλη μέρα . Οι φίλοι της ήταν η Παπαγαλένια , η Αλογένα , η Παγονένια , η Πουλιένα , η Περιστένια , η Κριαρένια , η Αρκουδένια , η Ελαφένια , η Κουκουβαγιένια και ο Τιγρένιος . Παίζανε όλοι μαζί και περνούσαν πολύ καλά ανακαλύπτοντας καινούρια παιχνίδια..περνούσαν υπέροχα !!

Το απόγευμα , μετά από το παιχνίδι πήγαιναν σε μια παράγκα , καθόταν σε κύκλο κι έκανε το καθένα και μια ασχολία . Αυτή την ώρα την ονόμαζαν <<Ώρα της ασχολίας >> και περνούσαν πολύ ευχάριστα .

Η ασχολία της Αλεπουδένιας ήταν να φτιάχνει κοσμήματα ενώ του Τιγρένιου να παίζει καραγκιόζη και ήταν πολύ αστείο . Σηκωνόταν , πήγαινε μπροστά τους και έπαιζε το καραγκιόζη με τους φίλους του , κι άμα ήσουν και εσύ εκεί θα έσκαγες στα γέλια !! Έτσι περνούσε καθημερινά , ήρεμα και ωραία .

Μια μέρα ενώ έπαιζε άκουσε να τη φωνάζει η μητέρα της .

Πήγε ,τη συνάντησε και η μητέρα της την έδωσε ένα κίτρινο κουτί που είχε μια κόκκινη κορδέλα και κρεμασμένο πάνω του με μια μαύρη κλωστή έναν άσπρο φάκελο ..

Αλεπουδένια , αυτό το δώρο με το φάκελο να το πάρεις και να το πας στη θεία σου , τη μάγισσα Αγλα’ί’α που μένει στο σκοτεινό δάσος πάνω σε ένα μακρινό ψηλό βουνό .

-Το βουνό όπου μένει η θεία μου είναι πολύ μακριά , αλλά παρόλο αυτά εγώ θα πάω….Γιατί τα παιδιά πρέπει να ακούνε τους γονείς τους και να κάνουνε ό,τι τους λένε.

Έτσι μπράβο ! Τώρα είναι ώρα να φύγεις……είπε η μητέρα της.

Η Αλεπουδένια πήρε το δώρο με το φάκελο κι ένα καλάθι με φαγητό που της έδωσε η μητέρα της κι αφού την αποχαιρέτισε έφυγε από το σπίτι της .

Καθώς περπατούσε σιγά σιγά απομακρύνθηκε από τα σπίτια και ξαφνικά άκουσε βήματα πίσω της . Ήταν η φίλη της η Κουκουβαγιένια που βλέποντάς την να απομακρύνετε από τα σπίτια έτρεξε να τη ρωτήσει που πήγαινε .

-Πού πας Αλεπουδένια ;

-Πάω στη θεία μου……απάντησε .

Στη θεία σου που μένει στο σκοτεινό δάσος ;

-Ναι.

-Αχ ! Πώς μπόρεσε η μητέρα σου να σε πει να πας κάπου τόσο μακριά! Παιδί είσαι , δεν είσαι μεγάλη!

-Άκουσε ,Κουκουβαγιένα … της λέει ήρεμα η Αλεπουδένια ….τρελό

είναι αυτό που μου είπε να κάνω η μητέρα μου , όμως είμαι παιδί της. Τα παιδιά πρέπει να ακούμε τους γονείς μας ό,τι και να μας πουν. Αν σε κάποιο από αυτά που μας λένε να κάνουμε, συναντήσουμε κινδύνους ,θα τα καταφέρουμε αρκεί να πιστεύουμε στον εαυτό μας .

-Έχεις δίκιο….παραδέχτηκε η Κουκουβαγιένα …καλή τύχη στο ταξίδι σου κι ελπίζω να φτάσεις στη θεία σου σώα και ασφαλής.

-Σε ευχαριστώ Κουκουβαγιένα κι εγώ σου υπόσχομαι ότι θα γυρίσω σύντομα και θα σου πω τι πέρασα σε εσένα και στους άλλους φίλους μας….Είπε η Αλεπουδένια κι αφού αγκαλιάστηκαν , αποχαιρέτισε η μία την άλλη.

Η Κουκουβαγιένια έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της και η Αλεπουδένια χάθηκε στα δέντρα .

Περπάτησε, περπάτησε για πολλή ώρα ώσπου βγήκε από το δάσος . Μπήκε σε ένα μεγάλο μαύρο δρόμο , που είχε άσπρες γραμμές , σαν και αυτούς που περνάνε τα αυτοκίνητα .

Μετά από πολλές ώρες ακούστηκαν ήχοι από ρόδες καροτσιού και είδε μια κουκλίτσα με κοντό μπλε φουστανάκι με στρογγυλά μανίκια και ξανθά κοντά σγουρά μαλλιά. Είχε επίσης μακριά πόδια , φορούσε μπλε με άσπρο καλσόν και μπλε χοντρά παπούτσια. Κρατούσε και κουβαλούσε μπροστά της ένα θαλασσί καρότσι .

Η κουκλίτσα είδε την Αλεπουδένια που περπατούσε κι απόρησε . Πρώτη φορά έβλεπε άνθρωπο να περπατεί στο δρόμο . Συνήθως , εκεί περνούσαν βασιλιάδες και βασίλισσες , η κουκλίτσα την πλησίασε και της είπε… :

-Γεια και χαρά σου ξένη . Πες μου , γιατί ήρθες στα μέρη μας , εδώ συνήθως περνούν βασιλικές οικογένειες .

Η Αλεπουδένια διηγήθηκε την ιστορία της και η κουκλίτσα είπε…:

-Τώρα θα σου πω κι εγώ την ιστορία μου , άκου. Εγώ στην αρχή , δε ζούσα εδώ όπως τώρα . Με είχε μια μικρή πριγκίπισσα και περνούσα πολύ ωραία ώσπου μια μέρα με έκανε δώρο σε μια φίλη της που είχε γενέθλια . Η φίλη της όμως δε με ήθελε , έτσι με παράτησε εδώ πέρα για να με βρει κάποιος άλλος και να με κρατήσει. Για αυτό , τώρα εδώ ζω. Δεν μου είπες το όνομά σου , πώς σε λένε ;

-Αλεπουδένια , εσένα ;

-Εεε…αυτή που με είχε με φώναζε Μαίρη . Μπορώ να έρθω μαζί σου ; Βαρέθηκα εδώ πέρα τη μοναξιά.

-Εντάξι , τώρα ήρθε η ώρα για να φύγουμε . Πρέπει να πάω το δώρο μου στη θεία μου πριν νυχτώσει.

Έτσι , μπροστά η Αλεπουδένια και πίσω η μικρή Μαίρη , αφού έβαλαν το δώρο στο καρότσι συνέχισαν το δρόμο τους . Περπάτησαν κάμποσες ώρες ώσπου ήρθε το απόγευμα . Είχαν φτάσει σε ένα λόφο , γκρι σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό και άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες βροντές που τους έκαναν να φοβούνται …..:

-Καλύτερα να βρούμε ένα μέρος για να καθίσουμε , γιατί θα βρέξει….είπε τρομαγμένη η Μαίρη.

-Έχεις δίκιο , ας ψάξουμε…είπε η Αλεπουδένια και άρχισαν το ψάξιμο .

Καθώς έψαχναν , είδαν από μακριά ένα μικρό σπιτάκι που ήταν ανάμεσα σε δύο δέντρα και τα κλαδιά του σκέπαζαν την ξύλινη σκεπή του…

-Ας πάμε εκεί να καθίσουμε …λέει η Αλεπουδένια στη Μαίρη . Έτσι και οι δύο με γρήγορο βήμα πλησίασαν το σπίτι , ενώ άρχισε σιγά σιγά να ψιχαλίζει και χτύπησαν την πόρτα ..

-Ποιος είναι ; ακούστηκε μία γυναικεία φωνή από μέσα..

-Είμαι η Αλεπουδένια , ένα κορίτσι που έρχεται από ένα μακρινό δάσος και η φίλη μου η Μαίρη , η κούκλα.

-Μπορείτε να μας φιλοξενήσετε ; Γιατί θα βρέξει…είπε η Μαίρη , ενώ κοίταξε πίσω της και είδε τις ψιχάλες της βροχής να δυναμώνουν περισσότερο .

-Πολύ ευχαρίστως , περάστε . Η πόρτα άνοιξε και αντίκρισαν μια γελαστή κοπέλα με μακριά καφέ μαλλιά και καφέ μάτια . Φορούσε κίτρινα σκουλαρίκια και η λεοπαρδαλίτικη προβιά της σκέπαζε όλο το σώμα της . Τα κορίτσια μπήκαν μέσα και κάθισαν στο σαλόνι , σε ένα καναπέ ενώ η γυναίκα στη πολυθρόνα και άρχισαν την κουβέντα…..:

-Είμαι η Λεοπαρδαλένια , για πού το βάλατε ;

-Πάμε στο σκοτεινό δάσος….απάντησε η Αλεπουδένια...

-Και πού είναι ;

-Σε ένα μεγάλο μακρινό βουνό.

-Και γιατί πάτε εκεί ;

-Για να δώσω ένα δώρο στη θεία μου.

-Μήπως ξέρεις κατά πού είναι το βουνό ;….ρώτησε η Μαίρη.

-Δεν ξέρω , αλλά η μητέρα μου μπορεί να ξέρει . Είναι γεωγράφος και πολύ καλή μάλιστα.

Μόλις τελείωσε την κουβέντα της μπήκε μέσα στο σαλόνι μια ηλικιωμένη κυρία που φορούσε μια προβιά σκίουρου και κόκκινα σγουρά μαλλιά.

Τι συμβαίνει εδώ ; Ποιες είναι αυτές ;

-Είναι δύο κορίτσια και πάνε στο σκοτεινό δάσος. Δεν είναι Λοφιανές. Πάνε να δώσουν ένα δώρο σε κάποια που μένει στο σκοτεινό δάσος. Χρειάζονται τη βοήθεια σου για να τους πεις κατά που είναι μητέρα….απάντησε η Λεοπαρδαλένια .

Η κυρία , η μητέρα της που ήταν η γιαγιά Σκιουρένια κάθισε στον καναπέ και της είπε ..:

-Πήγαινε κόρη μου και φτιάξε χυμό πορτοκάλι και μακαρονοσαλιγκαράκι για να τις κεράσουμε . Εγώ θα τις δώσω τις πληροφορίες που χρειάζονται .

Η Λεοπαρδαλένια σηκώνετε και φεύγει για την κουζίνα , ενώ η Σκιουρένια γύρισε στα κορίτσια και συνέχισε ……:

-Ώστε θέλετε να μάθετε ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρετε ;

-Ναι..

-Μήπως θα θέλατε να μάθετε και την ιστορία αυτού του δάσους ; πιστεύω ότι είναι καλό να ξέρετε και κάποια πράγματα για αυτό.

-Ναι..

Η Σκιουρένια πήρε ένα βιβλίο που το είχε δίπλα της και αφού γύρισε πολλές σελίδες σταμάτησε κάπου στη μέση και άρχισε να τους λέει για το δάσος.

-Ο θρύλος λέει ότι στο μέρος αυτό είχαν έρθει πολλές οικογένειες από γίγαντες . Αυτοί κορόιδευαν τη θεά Τρεμνούλη , τη θεά των δασών . Αυτή θύμωσε πολύ και για να τους τιμωρήσει τους έκανε δέντρα. Τα δέντρα ήταν τεράστια και τα κλαδιά τους σκέπαζαν τον ουρανό και ήταν τόσο πυκνά που δεν περνούσαν ούτε οι ηλιαχτίδες για να φωτίσουν αυτό το μαγεμένο δάσος!! Έτσι πήρε και το όνομα του <<σκοτεινό δάσος>> , και όταν νυχτώσει γίνετε ακόμα ποια σκοτεινό και τρομαχτικό . Εκεί μένουν πολλοί λύκοι , αλεπούδες , νυχτερίδες και κουκουβάγιες . Μένουν ακόμα μάγισσες καλές και κακές ευτυχώς από ότι μαθαίνω οι περισσότερες είναι καλές . Το δάσος λοιπόν βρίσκετε ανατολικά σε ένα ψηλό βουνό , σας ξαναλέω έχει πολλούς κινδύνους. Προχωρώντας ανατολικά θα συναντήσετε έναν από αυτούς . Όταν με το καλό ανεβείτε στο βουνό θα φτάσετε σε ένα δάσος όπου τα πάντα είναι χρυσά και οι κάτοικοι του είναι χρυσά φαντάσματα , για αυτό λέγετε το <<Δάσος των χρυσών φαντασμάτων>>. Πρέπει να προσέχετε πολύ όταν θα φτάσετε εκεί….είπε η Σκιουρένια κλείνοντας το βιβλίο της .

Μέτα ήρθε η Λεοπαρδαλένια με τα μακαρονοσαλιγκάρια και το χυμό τοποθετημένα σε ένα δίσκο και αφού έφαγαν συνέχισαν την κουβέντα τους λέγοντας διάφορα και περισσότερο αστεία για να χαλαρώσουν και λίγο . Η ώρα περνούσε ευχάριστα παρόλο που έξω ο καιρός ήταν πάρα πολύ άσχημος με τη βροχή και τον αέρα να δυναμώνει συνεχώς .

Μες τη κουβέντα η ώρα πέρασε , ο καιρός έφτιαξε και τα κορίτσια αποφάσισαν να συνεχίσουν το δρόμο τους μόνο που όταν άνοιξαν την πόρτα είδαν ότι όλα είχαν πλημμυρίσει και μάλιστα πάρα πολύ. Προβληματίστηκαν και στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ!!!

-Αν θέλετε μπορώ να σας βοηθήσω να περάσετε τα νερά με τη βάρκα μου…..τους πρότεινε η Λεοπαρδαλένια .

Τα κορίτσια δέχτηκαν , έτσι η Λεοπαρδαλένια τις ανέβασε στη βάρκα της και τις πέρασε από τα νερά . Εκεί η Αλεπουδένια και η Μαίρη ευχαρίστησαν την φίλη τους , την χαιρέτισαν και συνέχισαν τον δρόμο τους.

Μετά από κάμποσο περπάτημα έφτασαν στο βουνό και άρχισαν να το ανεβαίνουν .

Έφτασαν σε ένα δάσος όπου τα πάντα ήταν χρυσά…Τα δέντρα , τα λουλούδια , το γρασίδι ακόμα και τα έντομα!! Τι όμορφο δάσος , όλα έλαμπαν στον ήλιο!!

Τα κορίτσια χωρίς δισταγμό μπήκαν μέσα και άρχιζαν να το θαυμάζουν . Όμως ξεχάσαν ότι μέσα σε αυτό είχε χρυσά φαντάσματα και όποιος έμπαινε μέσα τον αρπάζανε και τον κάνανε και αυτόν φάντασμα! Κανένας δε κατάφερε να βγει από εκεί μέσα .

Καθώς λοιπόν περπατούσαν και θαύμαζαν όλα αυτά που έβλεπαν τις είδαν τα φαντάσματα , τις πιάσανε και τις οδήγησαν στο κρησφύγετό τους .

Η Μαίρη έτρεμε από το φόβο της ενώ η Αλεπουδένια ποιο ψύχραιμη δεν είχε φοβηθεί ιδιαίτερα .

-Πώς τολμάτε να έρχεστε στο δάσος μας!! Τις φώναξε ένα χρυσό φάντασμα….

Δεν ξέρατε ότι εδώ είναι επικίνδυνα ; Τις είπε ένα άλλο , που ήταν κάπως αστείο αφού είχε κάτι χέρια πολύ χοντρά…..

-Πολύ θα διασκεδάσουμε με αυτά που θα πάθετε ….είπε ο αρχηγός τους και αφού σηκώθηκε από την καρέκλα του πήγε απέναντι τους με πηδηχτά βήματα ….

Αρχηγέ πότε θα τις τιμωρήσουμε ; ρώτησαν με ανυπομονησία τα υπόλοιπα φαντάσματα….

Τώρα κατευθείαν !! …απάντησε ο αρχηγός και διέταξε να τις πάρουν και να τις βάλουν κάτω στο πάτωμα. Όλα τα φαντάσματα μαζί θα έκαναν ένα κύκλο γύρο τους και χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις τους θα τις έκαναν όμοια με αυτά!!

Πριν προλάβουν όμως να τις βάλουν κάτω ήρθε τρέχοντας ένα μικρό φαντασματάκι……

Αφέντη ,δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις δυνάμεις μας . Ο ήλιος δύει και χωρίς αυτόν δεν έχουμε καμία δύναμη!!

-Δίκιο έχεις , θα τις τακτοποιήσουμε αύριο πρωί πρωί με το πρώτο φως της ημέρας….και τις κλείδωσαν στη φυλακή…

Η Μαίρη φοβισμένη καθόταν λυπημένη αλλά και μετανιωμένη που έφυγε από το σπίτι της ενώ η Αλεπουδένια ποιο ψύχραιμη προσπαθούσε να βρει κάποιο τρόπο να ξεφύγουν . Πάνω από τα κρεβάτια τους είδε ένα παράθυρο και αμέσως έκανε μια ευχή από μέσα της….μακάρι το παράθυρο να είναι ξεκλείδωτο …Χωρίς να χάσει καιρό ανέβηκε στο κρεβάτι και για καλή της τύχη το παράθυρο το ξέχασαν ανοιχτό. Η ευχή της έπιασε , έτσι χωρίς να χάσουν καιρό βγήκαν από το παράθυρο και άρχισαν να τρέχουν για να απομακρυνθούν από το δάσος προτού ξημερώσει …και τα κατάφεραν . Σώθηκαν !! τα φαντάσματα δεν μπορούσαν τώρα να τις κάνουν τίποτα γιατί αυτές κατάφεραν και βγήκαν από το μαγεμένο δάσος..

Τότε έκατσαν να ξεκουραστούν αλλά άλλη μία έκπληξη τους περίμενε….

Το δάσος άρχιζε να αλλάζει όψη και να γεμίζει χρώματα. Από μέσα βγήκαν πανέμορφες νεράιδες και τις πλησίασαν….

-Σας ευχαριστούμε που μας γλιτώσατε από τα μάγια …τις είπαν και συνέχισαν…μια μέρα καθώς παίζαμε ήρθε εδώ ένας μάγος με μεγάλη μύτη και απέτισε να γίνει βασιλιάς του δάσους και εμείς του αρνηθήκαμε. Εκείνος θύμωσε πολύ και μας μάγεψε σε χρυσά φαντάσματα που θα προστατεύαμε το σκοτεινό δάσος και τις τέσσερις κόρες του που έμεναν εκεί. Τα μάγια θα λυνόταν μόνο αν κάποιος κατόρθωνε να βγει από το δάσος χωρίς να μαγευτεί όπως έγινε με εσάς!!!

Χαρούμενες η Αλεπουδένια και η Μαίρη που τελείωσαν όλα καλά χαιρέτισαν τις νεράιδες και συνέχισαν το δρόμο τους.

Κόντευε να βραδιάσει…τα κορίτσια φτάσανε στο κάστρο της θείας…βρέθηκαν μπροστά στη γιγάντια πύλη του κάστρου.

Η Αλεπουδένια έβγαλε το κολιέ της που το είχε δώσει η θεία της όταν ήταν πολύ μικρή, που είχε ένα ρόμβο, τον άνοιξε και πάτησε ένα από τα κουμπιά που είχε . Η πύλη άνοιξε και τα κορίτσια πέρασαν και μπήκαν στο παλάτι. Μετά έκλεισε τη πόρτα πατώντας πάλι το ίδιο κουμπί . Περπάτησαν κάμποσο μέσα και ανέβηκαν σε ένα δωμάτιο όπου είδαν τη μάγισσα Αγλα’ί’α να κάνει πειράματα.

Η Αλεπουδένια μόλις την είδε , έτρεξε κι αφού την αγκάλιασε της έδωσε το δώρο και το γράμμα της μητέρας της .

Η θεία πήρε τα κορίτσια και τα οδήγησε στο σαλόνι για να ξεκουραστούν και να μιλήσουν.

Μίλησαν για τις περιπέτειες που πέρασαν μέχρι να φτάσουν και για χίλια δυο άλλα πράγματα. Η ώρα πέρασε μα τα κορίτσια έπρεπε να επιστρέψουν , μόνο που είχε νυχτώσει και υπήρχε κίνδυνος να τις φάνε οι λύκοι και τα άγρια ζώα!!

Μη στεναχωριέστε , μπορώ να σας στείλω εγώ στο σπίτι χωρίς να πάθετε τίποτα…είπε η θεία και έβγαλε από την τσέπη της ένα μπουκάλι που είχε μέσα ένα ροζ καπνό.

Άνοιξε το μπουκάλι και ένα ροζ σύννεφο σχηματίστηκε και στο λεπτό μετέφερε τα κορίτσια στα σπίτια τους..

Αφού διηγήθηκαν στους γονείς τους τι πέρασαν, έκαναν ένα ζεστό μπάνιο , έφαγαν και έπεσαν για ύπνο……..

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η ΕΞΥΠΝΗ ΓΟΡΓΟΝΑ

Η ΕΞΥΠΝΗ ΓΟΡΓΟΝΑ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια , σε έναν μακρινό ωκεανό ζούσαν πολλές γοργόνες. Περνούσαν την μέρα τους κολυμπώντας , χορεύοντας , τραγουδώντας , παίζοντας και μιλώντας αναμεταξύ τους .

Κάθε χρόνο την πρώτη μέρα του Καλοκαιριού είχαν μεγάλη γιορτή , για τον ερχομό της αγαπημένης τους εποχής .    Οι ετοιμασίες ήταν πολλές που έπρεπε να κάνουν και όλες δούλευαν πολύ για να είναι όλα έτοιμα για τη μεγάλη αυτή γιορτή.

Μια μέρα , εκεί που δούλευαν για να ετοιμάσουν τη γιορτή εμφανίστηκε μπροστά τους μια γριά μάγισσα που κρατούσε μια τρίαινα . Αυτή χωρίς κανένα λόγο, γεμάτη κακία και μίσος τις καταράστηκε να μην γίνει ποτέ αυτή τους η γιορτή που τόσο περίμεναν….και εξαφανίστηκε!!

Οι γοργόνες χωρίς να τη δώσουν σημασία συνέχισαν τη δουλειά τους . Από εκείνη τη στιγμή όμως όλα τους πήγαιναν στραβά και άρχισαν να απελπίζονται λέγοντας ότι δε θα τα καταφέρουν να είναι έτοιμες για τη μέρα αυτή .

Ένα πρωί εμφανίστηκε μια γοργόνα από άλλη περιοχή που πουλούσε κοσμήματα και πολύτιμους λίθους . Είδε τις γοργόνες που ήταν λυπημένες και αφού τις πλησίασε τις ρώτησε…:

-Γιατί είστε λυπημένες ;

και οι γοργόνες της είπαν για αυτό που έγινε με τη μάγισσα..

-Εγώ μπορώ να σας βοηθήσω , το μόνο που θέλω είναι να με οδηγήσετε στο βασιλιά σας και σίγουρα θα βρούμε κάποια λύση για αυτό.

Χωρίς δεύτερη σκέψη την οδήγησαν κατευθείαν στον βασιλιά τους….:

-Ποια είναι αυτή ; ....ρώτησε μόλις τους είδε ..

-Είναι μία γοργόνα που μπορεί να βρει λύση στο πρόβλημά μας και να μας βοηθήσει….του απάντησαν αυτές και αποχώρισαν …

-Για πες μου ποια είναι η λύση κατά τη γνώμη σου για αυτό το μεγάλο μας πρόβλημα ; ..ρώτησε όλο περιέργεια ο βασιλιάς..

-Να πας να βρεις τη μάγισσα και να τη παρακαλέσεις να λύσει τα μάγια που σας έκανε προσφέροντάς της ό,τι αντάλλαγμα σου ζητήσει.

-Και αν μου ζητήσει πράγματα που δεν μπορώ να τις δώσω ;

-Πήγαινε εσύ και κάποια λύση θα βρούμε…

Ο βασιλιάς χωρίς να χάσει καιρό πάει και συναντάει τη μάγισσα και τη παρακάλεσε να πάρει τα μάγια πίσω για να μπορέσει να γίνει η γιορτή και θα της χαρίσει ό,τι του ζητήσει .

Η μάγισσα τον λυπήθηκε και του υποσχέθηκε να λύσει τα μάγια αρκεί να της φέρει ένα λευκό μαργαριτάρι που όμοιο του να μην υπάρχει πουθενά.

Ο βασιλιάς προβληματισμένος γύρισε πίσω στο παλάτι του χωρίς να ξέρει που θα μπορούσε να βρει αυτό που του ζήτησε η μάγισσα.

Η καλή γοργόνα γέλασε μόλις άκουσε από το βασιλιά για την επιθυμία της μάγισσας και χωρίς να χάσει καιρό βγάζει από την τσάντα της ένα μαργαριτάρι κατάλευκο που όμοιό του δεν υπήρχε πουθενά.

-Βασιλιά μου ..του είπε.. πάρε αυτό το μαργαριτάρι και δώσε το στη μάγισσα , όμοιο του σίγουρα δεν υπάρχει και το γνωρίζω πολύ καλά γιατί αυτή είναι η δουλειά μου.

-Για το καλό που θα μας κάνεις εσύ τι αντάλλαγμα θέλεις;

-Το μόνο που θέλω είναι να είστε χαρούμενοι και πάντα γελαστοί !!!!

Ο βασιλιάς χαρούμενος το πήγε στη μάγισσα και εκείνη εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ!! που κατευθείαν έλυσε τα μάγια..

Οι ετοιμασίες τότε συνεχίστηκαν και χάρη στη καλή γοργόνα όλα πήγαν καλά και έγινε μια τέλεια και ανεπανάληπτη γιορτή..

Η γοργόνα μας συνέχισε το δρόμο της χαρούμενη έχοντας πάρει την καλύτερη ανταμοιβή που πήρε μέχρι τώρα από τη δουλειά της.

Σίγουρα θα σκεφτήκατε κάποιοι από εσάς για ποια ανταμοιβή, αφού δε πήρε χρήματα ….

Για κάποιους φίλοι μου η καλύτερη ανταμοιβή είναι να κάνουν χαρούμενους τους άλλους , διώχνοντας κάθε λύπη τους και χαρίζοντας τους ένα μεγάλο χαμόγελο!!!!!!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ

ΙΟΥΛΙΟΣ 2013

Previous Older Entries Next Newer Entries