Το μαγικό βοτάνι.

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν πολυτέλειες, ζούσε σε μια πεδινή περιοχή ένα κοριτσάκι.

Το όνομά του ήταν Τσέκλη. Είχε κόκκινα μακριά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια και φορούσε ένα κοραλί φόρεμα.

Ήταν καλή, έξυπνη, καλόκαρδη, προκομμένη και καλή μαθήτρια. Ήταν τόσο καλή που όλοι οι δάσκαλοι την αγαπούσαν και έπαιρνε πάντα καλούς βαθμούς.

Οι γονείς της ήταν περήφανοι για αυτήν και έλεγαν ότι είχε μυαλό ξυράφι. Η μικρή Τσέκλη θα έπρεπε να ήταν ευτυχισμένη με όλα αυτά τα καλά, μα στην πραγματικότητα δεν ήταν!

Ήταν δυστυχισμένη γιατί τα παιδιά στο σχολείο την κορόιδευαν επειδή το πρόσωπό της ήταν στρόγγυλο, τόσο στρόγγυλο που έμοιαζε με ντομάτα ή καλύτερα με σφαίρα. Για αυτό ήταν λυπημένη και πολλές φορές ευχόταν να είχε ένα κανονικό πρόσωπο όπως τα άλλα παιδιά. Οι γονείς της τής έλεγαν να μην τους δίνει σημασία και πως ήταν όμορφη… αλλά εκείνη δεν άκουγε κανέναν!

Μια μέρα, καθώς η Τσέκλη επέστρεφε από το σχολείο συνάντησε σε ένα χωράφι που ήταν στο δρόμο της έναν γέρο γεωργό που όργωνε το χωράφι του. Αγκομαχούσε καθώς όργωνε και φαινόταν πολύ εξαντλημένος. Το κοριτσάκι τον λυπήθηκε και έτρεξε να τον βοηθήσει.

Αφού το όργωμα τελείωσε ο γεωργός της είπε…:

-Σε ευχαριστώ που με βοήθησες!

-Δεν κάνει τίποτα παππούλη.

-Για να ξεπληρώσω την βοήθειά σου θα πραγματοποιήσω την πιο μεγάλη σου επιθυμία. Πες μου, ποια είναι;

Το κορίτσι ξαφνιάστηκε, πώς ήταν δυνατόν ένας γέρος να μπορεί να εκπληρώνει ευχές; Επειδή νόμιζε ότι της έκανε πλάκα του είπε…:

-Σας παρακαλώ μην αστειεύεστε. Εξάλλου πώς μπορείτε εσείς, ένας απλός γεωργός να πραγματοποιήτε ευχές;

-Όλα γίνονται στη ζωή…της απάντησε εκείνος.

Η μικρή Τσέκλη κατάλαβε πως ο γέρος της έλεγε

την αλήθεια. Έτσι λοιπόν του είπε…:

-H ευχή μου είναι να ομορφύνει το πρόσωπό μου!

-Η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί! Περίμενε εδώ για λίγο…της είπε ο γεωργός και κατευθύνθηκε προς την καλύβα του, που ήταν ακριβώς στη μέση του χωραφιού του. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο γεωργός εμφανίστηκε κρατώντας ένα περίεργο φυτό στο χέρι του. Ήταν κοντό, είχε παράξενα χρώματα και άστραφτε στο φως του ήλιου. Έδωσε το φυτό στη μικρή και της είπε…:

-Αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε φυτό, είναι ένα μαγικό βοτάνι! Αν το τοποθετήσεις μέσα σε μια κατσαρόλα με νερό και το βράσεις για δυο ώρες θα γίνει ένα υγρό φάρμακο που αν αλείψεις με αυτό το πρόσωπό σου θα γίνει πολύ όμορφο!Προσοχή όμως! Ποτέ μην το βάλεις στα μάτια σου!

Αυτά ήταν τα λόγια του και εξαφανίστηκε! Η Τσέκλη ήταν πολύ χαρούμενη που επιτέλους θα πραγματοποιούνταν η επιθυμία της! Όταν έφτασε στο σπίτι της πήγε κατευθείαν στη κουζίνα και αφού έβαλε το βοτάνι σε μια κατσαρόλα με νερό άρχισε να το βράζει!

Η μητέρα της δεν την άφηνε να πηγαίνει στην κουζίνα αλλά εκείνη τη στιγμή έλειπε από το σπίτι και αυτή βρήκε την ευκαιρία και έκανε ανενόχλητη τη δουλειά της!

Οι δυο ώρες πέρασαν και το φάρμακο ήταν έτοιμο! Η Τσέκλη το πήρε και άρχισε να αλείφει με αυτό το πρόσωπό της! Όσο περίσσεψε το έβαλε σε ένα μπουκαλάκι και το έκρυψε στο δωμάτιό της. Μετά από όλο αυτό έτρεξε στο μπάνιο και κοίταξε στο καθρέφτη για να δει το πρόσωπό της. Περίμενε, περίμενε αλλά δεν άλλαζε τίποτα. Το πρόσωπό της εξακολουθούσε να παραμένει στρογγυλό!

-Μάλλον μου είπε ψέματα ο γέρος. Το βοτάνι που μου έδωσε δεν ήταν μαγικό αλλά ένα απλό χόρτο…είπε απογοητευμένη

και έφυγε από το μπάνιο. Το βράδυ πριν κοιμηθεί σκεφτόταν όλα όσα έγιναν εκείνη τη μέρα και μονολόγησε…:

-Ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία μου!

Την επόμενη μέρα όταν ξύπνησε και πήγε στο μπάνιο για να χτενίσει τα μαλλιά της αυτό που είδε στον καθρέφτη την έκανε να μείνει με το στόμα ανοιχτό! Το πρόσωπό της δεν ήταν άλλο στρόγγυλο όπως πριν, αλλά όμορφα καλοφτιαγμένο και έλαμπε σαν την σελήνη!

-Τελικά ο γέρος μου είπε την αλήθεια!…μονολόγησε χαρούμενη θαυμάζοντας αυτό που έβλεπε!

Όταν πήγε το πρωί στο σχολείο οι συμμαθητές της ξαφνιάστηκαν με αυτή την αλλαγή…:

-Πω πω Τσέκλη, τι ωραίο πρόσωπο που έχεις!

-Λάμπει σαν τη σελήνη! Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί τόσο ωραίο πρόσωπο!

Αυτά κι άλλα πολλά λόγια της έλεγαν οι συμμαθητές της

κι εκείνη έλαμπε από την χαρά της! Όλα τα παιδιά άρχισαν να την κάνουν παρέα και σταμάτησαν να την κοροϊδεύουν.

Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα για την Τσέκλη, ώσπου μια μέρα ήρθε στην τάξη ένας καινούργιος μαθητής.

Αυτός ο μαθητής μπορεί να μην ήταν τόσο όμορφος, αλλά τα μάτια του ήταν πάρα πολύ ωραία. Ήταν μπλε σαν της θάλασσας! Όλα τα παιδιά άρχισαν να κάνουν με αυτόν παρέα. Κανένας δεν ενδιαφερόταν για το όμορφο πρόσωπο του κοριτσιού! Εκείνη θύμωσε με όλα αυτά που συνέβησαν!

-Γιατί κάνετε παρέα με αυτόν αντί με εμένα, εγώ έχω το πιο ωραίο πρόσωπο του σχολείου!…τους φώναζε χωρίς να την δίνει κανένας σημασία.

Στην πραγματικότητα η Τσέκλη ζήλευε τον καινούριο μαθητή, ήθελε εκείνη να έχει τα πιο ωραία μάτια. Τότε, θυμήθηκε το φάρμακο που είχε φυλαγμένο στο μπουκάλι και σκέφτηκε…:

<<Αφού το φάρμακο έκανε το πρόσωπό μου όμορφο,

σίγουρα θα κάνει το ίδιο όμορφα τα μάτια μου!>>

Έτσι λοιπόν, όταν επέστρεψε στο σπίτι από το σχολείο της, πήρε το μπουκάλι που είχε κρυμμένο στο δωμάτιό της και με το λιγοστό φάρμακο που είχε άρχισε να αλείφει τα μάτια της. Όμως ξέχασε τα λόγια του γέρου που της είχε πει να μη βάλει ποτέ από αυτή την αλοιφή στα μάτια της.

Χαρούμενη, σίγουρη για το αποτέλεσμα, διάβασε τα μαθήματά της, έπαιξε με την παρέα της και το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί ανυπομονώντας να έρθει η επόμενη μέρα.

Το πρωί ήρθε και η μικρή με το που ξύπνησε έτρεξε στον καθρέφτη να δει τα μάτια της. Αυτό που αντίκρισε όμως την άφησε με το στόμα ανοιχτό! Τα μάτια της είχαν γίνει μικρά σαν χάντρες και ήταν κατακόκκινα! Η Τσέκλη ξαφνιάστηκε και απόρησε που έγιναν έτσι τα μάτια της αφού είχε ξεχάσει την προειδοποίηση του γέρου!

Όταν πήγε στο σχολείο, έγινε κάτι παράξενο. Οι συμμαθητές της μόλις την είδαν δεν την κορόιδεψαν, αντίθετα άρχισαν να τρέχουν μακριά της. Βλέπετε η αλλαγή της ήταν τόσο τρομαχτική που όλοι άρχισαν να την φοβούνται! Κανένας δεν την μιλούσε και ούτε την πλησίαζε!

Η Τσέκλη ήτανε πάλι μόνη και μονολογούσε…:

<<Κοίτα πως κατάντησα, ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά κατάφερα πάλι να τους κάνω να με αποφεύγουν. Τελικά καλύτερα ήμουν όταν το πρόσωπό μου ήταν στρόγγυλο!>>

Μια μέρα, καθώς ήταν μόνη της στο διάλειμμα και χαμένη στις σκέψεις της είδε να έρχεται από μακριά ένα αγόρι. Ήταν ο καινούργιος μαθητής. Ο Σάμαν, έτσι τον έλεγαν εκτός από τα ωραία μάτια που είχε ήταν και πολύ πονετικός με πολύ καλό χαρακτήρα. Είδε την Τσέκλη που ήταν λυπημένη, την πλησίασε και την ρώτησε…:

-Γιατί είσαι λυπημένη;

Η Τσέκλη τον κοίταξε. Τι δουλειά είχε αυτός να έρθει σε εκείνη; Αφού όλοι την φοβούνται! Βλέποντας όμως το βλέμμα του που ήταν φιλικό και πονετικό του διηγήθηκε την ιστορία της. Αυτός την άκουσε προσεχτικά και μόλις τελείωσε της είπε…:

-Άμα θέλεις να σε συμπαθήσουν τα υπόλοιπα παιδιά, πρέπει να φέρεσαι ευγενικά και καλά! Όπως λέει η γιαγιά μου, δεν έχει σημασία η ομορφιά της εξωτερικής μας εμφάνισης, αλλά της ψυχής μας!

Το κορίτσι έκανε ότι της είπε. Την άλλη μέρα πλησίαζε τους συμμαθητές της και τους φερόταν καλά! Υπεράσπιζε τα παιδιά που οι μεγαλύτεροι τα κορόιδευαν και όταν έβλεπε κάποιον να είναι λυπημένος πήγαινε κοντά του να τον παρηγορήσει. Οι συμμαθητές της βλέποντας πόσο καλή ήταν μαζί τους σταμάτησαν να την φοβούνται. Την έκαναν μέλος της παρέας τους και της ζήτησαν συγνώμη που την κορόιδευαν.

-Δεν πειράζει παιδιά, περασμένα ξεχασμένα…τους είπε εκείνη.

Μάλιστα ευχαρίστησε τον Σάμαν, για την συμβουλή που της έδωσε και τον έκανε τον πιο καλό της φίλο!

Έτσι πέρασε η ώρα του σχολείου, ήρεμα και ευχάριστα ώσπου ήρθε η ώρα να σχολάσουν. Τα παιδιά επειδή δεν είχαν τίποτα για διάβασμα κανόνισαν μετά το φαγητό να βγούνε έξω στην πλατεία να παίξουν. Έτσι και έγινε. Βρέθηκαν όλα μαζί και πέρασαν καταπληκτικά! Το βράδυ ήρθε και το παιχνίδι σταμάτησε. Τα παιδιά επέστρεψαν στα σπίτια τους. Ήταν η ωραιότερη μέρα της Τσέκλης!

Φτάνοντας στο σπίτι της ενθουσιασμένη είπε πως πέρασε στους γονείς της και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Όπως κοιτάχτηκε στο καθρέφτη είδε ότι τα μάγια είχαν διαλυθεί και τόσο το πρόσωπό της όσο και τα μάτια της είχαν γίνει όπως πριν! Η μικρή χάρηκε πολύ και έπεσε να κοιμηθεί τρισευτυχισμένη!!!

Από τότε έπαψε να στεναχωριέται, έκανε πολλές παρέες και έζησε ευτυχισμένη για πάντα! Μάλιστα πήρε ένα σημαντικό μάθημα που θα το θυμόταν για όλη της την ζωή.

Δεν έχει σημασία η ομορφιά της εξωτερικής μας

εμφάνισης, αλλά η ομορφιά της ψυχής μας!!!

Ψέματα ή αλήθεια

έτσι λένε τα παραμύθια…

Σάββατο 11/07/2015

Εύη Καπατζιά.

Τα παραμύθια της Εύης

evikapa.wordpress.com

Advertisements

Το δάσος των φαγητών.

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε σε ένα απομακρυσμένο χωριό δίπλα στη θάλασσα ένας άντρας με τη γυναίκα του και τις δύο κόρες του. Το όνομά του ήταν

Μπόρλης και όλοι στο χωριό τον φώναζαν μπάρμπα-Μπόρλη. Έφτιαχνε ξύλινα

αγάλματα, τα φόρτωνε σε ένα ξύλινο καρότσι που είχε και τα πουλούσε στο χωριό του. Γυρνούσε στις γειτονιές και φώναζε…:

<<Πάρτε όμορφα αγάλματα για να στολίσετε το σπίτι σας, τις αυλές σας και όπου άλλο επιθυμείτε!>>

Όλοι οι συγχωριανοί του, μόλις τον έβλεπαν, έτρεχαν σε αυτόν για να πάρουν. Βλέπετε όλοι τα άρεσαν. Έτσι, έβγαζε πολλά χρήματα και ζούσε μαζί με την οικογένειά του ευτυχισμένοι χωρίς να τους λείπει τίποτα.

Ήρθε όμως μια χρονιά που συνέβη κάτι άσχημο για τον μπάρμπα-Μπόρλη και φτώχυνε! Εκείνη την εποχή είχαν εφευρεθεί τα μαρμάρινα αγάλματα και από τότε αυτά προτιμούσε και αγόραζε ο κόσμος. Κανένας δεν ενδιαφερόταν και δεν αγόραζε τα ξύλινα αγάλματα! Ο μπάρμπα-Μπόρλης στεναχωριόταν πολύ γιατί η δουλειά του δεν πήγαινε καθόλου καλά, έφτασε να μη μπορεί να πουλήσει ούτε ένα αγαλματάκι.

Τα χρήματα τους τελείωναν και η οικογένεια του φτώχυνε! Έφτασαν να μην έχουνε να φάνε!

Η γυναίκα του έκανε τώρα τη μοδίστρα και ο ίδιος έβαλε ένα λαχανόκηπο και μερικά δέντρα σε ένα χωραφάκι που είχε για να μπορούνε να βγάλουν τα απαραίτητα, για να ζήσουν! Παρόλα αυτά, τα χρήματα που έβγαζαν ήταν τόσο λίγα που δεν μπορούσαν να αγοράσουν αυτά που ήθελαν, όπως καινούργια ρούχα, παπούτσια και βιβλία που χρειαζόταν για το σχολείο. Καθόλου δεν παραπονιόταν όμως γιατί ήξεραν ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι που ήταν χειρότερα από αυτούς.

Ένα πρωί, όταν τα παιδιά του έλειπαν στο σχολείο, ο μπάρμπα-Μπόρλης είπε στη γυναίκα του…:

Γυναίκα, κάτι πρέπει να κάνουμε, δεν πάει άλλο αυτή η ζωή. Κοίτα πως καταντήσαμε! Παλιά ήμασταν πλούσιοι και τώρα δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα!

-Τι θες να κάνουμε άντρα μου;…είπε η γυναίκα του.

-Αποφάσισα να ψάξω μια δουλειά στην πόλη Πέκλη. Θα σας στέλνω χρήματα με το ταχυδρομείο..

-Τρελάθηκες άντρα μου; Η Πέκλη είναι πολύ μακριά από εδώ και ξέρεις πολύ καλά πως δεν μπορείς να πληρώσεις μεταφορικό μέσο!

-Δεν πειράζει θα πάω με τα πόδια, θα τα καταφέρω…Όσοι πήγαν εκεί βρήκαν δουλειά και έγιναν πλούσιοι! Θα φύγω σήμερα κιόλας!

Έτσι με αυτά τα λόγια κατάφερε να τη πείσει και ξεκίνησε για τον προορισμό του

παίρνοντας το δρόμο που οδηγούσε στο δάσος.

Η μέρα ήταν ζεστή και ο ήλιος έλαμπε ψηλά στον ουρανό αγκαλιάζοντας με τις

ηλιαχτίδες του όλο το τοπίο. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος χωρίς να έχει ούτε ένα συννεφάκι. Τα πουλάκια κελαηδούσαν πάνω στα κλαδιά των δέντρων και τα λουλουδάκια χόρευαν με τον άνεμο! Όλο το δάσος ήταν τόσο όμορφο που αν ήσουν εκεί θα νόμιζες πως ήσουν στο Παράδεισο! Ο Μπόρλης περπατούσε θαυμάζοντας

γύρω του όλη αυτή την ομορφιά και μια γαλήνη ένιωθε στη ψυχή του.

Ξαφνικά όμως καθώς περπατούσε, κατάμαυρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό και όλα σκοτείνιασαν! Ακούστηκε μια δυνατή βροντή κι άρχισε να βρέχει δυνατά! Παρόλο που είχε γίνει μούσκεμα δε σταμάτησε το περπάτημα, ήθελε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στη Πέλκη για να βρει τη δουλειά που είχε τόσο ανάγκη!

Η βροχή και ο αέρας δυνάμωσαν τόσο πολύ που τον ανάγκασαν τελικά να αλλάξει γνώμη. Άρχισε να ψάχνει μέρος για να προστατευτεί. Γρήγορα ανακάλυψε μια σπηλιά και μπήκε μέσα…

<<Εδώ θα μείνω και όταν θα κοπάσει η μπόρα θα συνεχίσω το δρόμο μου.

Άραγε θα καταφέρω να φτάσω στον προορισμό μου;>>

Σκέφτηκε ο μπάρμπα-Μπόρλης…

Όταν κάθισε κάτω ήταν τόσο κουρασμένος που αποκοιμήθηκε. Όταν άνοιξε τα μάτια του, η βροχή είχε σταματήσει και είχε μόνο συννεφιά. Σηκώθηκε, βγήκε από την σπηλιά και πήρε το δρόμο για τη Πέλκη. Η καταστροφή στο δάσος από την κακοκαιρία ήταν μεγάλη. Τα δέντρα έχασαν τα φύλλα τους, τα λουλούδια ξεριζώθηκαν και το δάσος στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν πλημμυρισμένο.

Περπάτησε αρκετά και ο καιρός άρχισε πάλι τα ίδια. Ο μπάρμπα-Μπόρλης άρχισε πάλι να ψάχνει ένα μέρος για να προφυλαχτεί. Όπως έψαχνε βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη πύλη. Ήταν φτιαγμένη από αστραφτερό χρυσό και είχε ζωγραφισμένα διάφορα φαγητά. Με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα έγραφε πάνω της…

<<ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΦΑΓΗΤΩΝ>>

Ο άντρας έμεινε ακίνητος να κοιτάει την πύλη…

Δάσος των φαγητών; Τι είναι αυτό; Σίγουρα μπορεί να είναι ένα δάσος που κατοικούν ληστές. Καλύτερα να μην πλησιάσω…μονολόγησε.

Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες άλλαξε γνώμη, άνοιξε την πύλη και μπήκε γρήγορα μέσα. Αυτό που αντίκρισε τον άφησε έκπληκτο!

Το δάσος αυτό ήταν διαφορετικό από τα συνηθισμένα δάση που ήξερε. Το έδαφός του αντί να έχει χόρτα, είχε πορτοκαλί κοντά μακαρόνια. Αντί να φυτρώνουν φυσιολογικά λουλούδια, φύτρωναν γλειφιτζουρένιες μαργαρίτες, καραμελένιες τουλίπες και σοκολατένια γιασεμιά. Ακόμα και τα δέντρα του ήταν διαφορετικά. Ο κορμός τους ήταν από κόκκινο κρέας. Πάνω στα κλαδιά τους φύτρωναν κοτόπουλα ψητά,σουβλάκια, ψωμιά και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς! Όλη η ατμόσφαιρα μύριζε υπέροχα ενώ ο καιρός εκεί ήταν εντελώς διαφορετικός. Δεν είχε ούτε βροχή, ούτε αέρα αλλά μια ηλιόλουστη μέρα! Ο μπάρμπα-Μπόρλης άρχισε να περπατάει μέσα σε αυτό το παράξενο τοπίο θαυμάζοντας όλα τα παράξενα που έβλεπε. Ξαφνικά εκεί που περπατούσε αμέριμνος, σταμάτησε απότομα. Κάποιος ήτανε μπροστά του, κοίταξε καλύτερα και είδε πως ήταν μια όμορφη γυναίκα. Είχε καστανά πυκνά μακριά μαλλιά, φορούσε ένα κοντό χρυσαφένιο πορτοκαλί φόρεμα και κρατούσε στο χέρι της μια κουτάλα. Η γυναίκα τον πλησίασε και αφού τον χαιρέτισε του είπε ευγενικά…:

-Καλώς ήρθες στο δάσος των φαγητών. Είμαι η νεράιδα αυτού του μέρους. Θέλετε κάτι;

Ο μπάρμπα-Μπόρλης δεν της απάντησε, παρέμεινε ακίνητος να την κοιτάζει. Ήταν τρομαγμένος γιατί… τότε δεν υπήρχαν άντρες κλέφτες αλλά γυναίκες. Τι έκαναν αυτές; Ντύνονταν με όμορφα ακριβά ρούχα, πήγαιναν στα μαγαζιά και τις ταβέρνες για να φλερτάρουν του άντρες οι οποίοι αμέσως τις ερωτεύονταν! Αυτές τότε έβρισκαν την ευκαιρία τους απειλούσαν και τους έκλεβαν ό,τι πολύτιμο είχαν. Μερικές από αυτές μάλιστα ήταν τόσο κακές που στο τέλος τους δηλητηρίαζαν για να τους ξεφορτωθούν! Ο μπάρμπα-Μπόρλης φοβήθηκε μήπως και αυτή η κοπέλα ήταν μία από αυτές. Η νεράιδα κατάλαβε τη σκέψη του και του είπε…:

Είμαι πραγματική νεράιδα, δεν είμαι κλέφτρα. Ποιο είναι το όνομά σας;

Ο άντρας πήρε θάρρος και απάντησε…:

Το όνομά μου είναι Μπόρλης αλλά όλοι στο χωριό μου με φωνάζουν μπάρμπα-Μπόρλη.

Η νεράιδα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω προσεχτικά και του είπε…:

-Είστε βρεγμένος, πεινασμένος και φτωχικά ντυμένος . Ελάτε μαζί μου για να σας προσφέρω κάτι να φάτε.

Πράγματι, όταν έφυγε από το σπίτι του δεν έφαγε τίποτα και πεινούσε τρομερά. Ακολούθησε λοιπόν την νεράιδα. Όταν έφτασαν στο κατάλληλο μέρος η νεράιδα κούνησε τη μαγική κουτάλα της και μια μαγική χρυσή σκόνη σκέπασε όλο αυτό το μέρος που ήταν για δύο λεπτά. Η σκόνη εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι που ήταν στρωμένο με όλα τα είδη φαγητών που υπήρχαν στο δάσος.

Υπήρχε μία καρέκλα ενώ δίπλα στο τραπέζι υπήρχαν κρεμασμένες στον τοίχο τέσσερις ασημένιες κρεμάστρες. Στην πρώτη κρεμάστρα είχε κρεμασμένο ένα αντρικό μοντέρνο κοστούμι, η δεύτερη κρεμάστρα είχε ένα μακρύ βυσσινί φόρεμα, ενώ στη τρίτη και τέταρτη είχε κρεμασμένα δύο χαριτωμένα φορεματάκια. Το ένα ήταν θαλασσί και το άλλο κανελί. Ο ήρωας μας τα κοιτούσε όλα αυτά με το στόμα ανοιχτό…

Αυτά τα φαγητά είναι στρωμένα για εσάς, αυτά τα ρούχα ανήκουν σε εσάς και στην οικογένειά σας. Καθίστε... του είπε η νεράιδα τραβώντας την καρέκλα για να καθίσει.

Ο μπάρμπα-Μπόρλης κάθισε στη καρέκλα και άρχισε να τρώει. Όλα ήταν τόσο νόστιμα που έτρωγε αργά για να τα απολαμβάνει. Όταν τελείωσε το φαγητό του φόρεσε το καινούργιο του κοστούμι, πήρε και τα υπόλοιπα ρούχα και αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Είπε λοιπόν στην καλή νεράιδα…:

Σας ευχαριστώ πολύ για όλα όσα κάνατε για μένα, θα γυρίσω πίσω στο σπίτι μου.

-Είναι μακριά το σπίτι σας;… τον ρώτησε η νεράιδα.

Ναι, είναι. Αλλά θα τα καταφέρω.

Ξαφνικά, θυμήθηκε ότι έξω από αυτό το μαγεμένο μέρος είχε καταιγίδα. Πώς θα κατάφερνε να γυρίσει στο σπίτι του; Η καλή νεράιδα κατάλαβε πάλι την σκέψη του και του είπε…:

Μην στεναχωριέστε, εγώ θα σας μεταφέρω στο σπίτι σας με το μαγικό μου ραβδί. Πριν το κάνω σας δίνω αυτό το σάκο. Έχει μέσα σπόρους φαγητού. Αν τους αφήνετε στο τραπέζι θα βγαίνουν φαγητά για να ταΐζετε την οικογένειά σας. Τέλος, θέλω να μου υποσχεθείτε ότι δε θα πείτε τίποτα σε κανέναν για όλα όσα είδατε εδώ!

Αυτά του είπε και κούνησε το μαγικό ραβδί της. Μια μαγική ροζ σκόνη σκέπασε τον μπάρμπα-Μπόρλη και πριν το καταλάβει καλά καλά βρέθηκε μέσα στο σπίτι του! Η γυναίκα του εκείνη τη στιγμή κρατούσε ένα τσουκάλι και πήγαινε να ετοιμάσει το βραδινό φαγητό. Μόλις τον αντίκρισε μπροστά της τρόμαξε και ξαφνιάστηκε τόσο πολύ, που το τσουκάλι που κρατούσε της έπεσε από τα χέρια κάνοντας δυνατό κρότο.

Τα κοριτσάκια, που έπαιζαν εκείνη την ώρα με κάτι τρύπιες κούκλες, ξαφνιάστηκαν και αυτά όταν είδαν τον πατέρα τους. Παρόλα αυτά, σηκώθηκαν και έτρεξαν για να τον αγκαλιάσουν. Ο μπάρμπα-Μπόρλης αγκάλιασε τα παιδιά του, τους έδωσε τα δύο φορεματάκια που του έδωσε η νεράιδα των φαγητών. Μόλις τα είδαν χάρηκαν τόσο πολύ, που τα πήραν και έτρεξαν μέσα στο δωμάτιό τους για να τα δοκιμάσουν. Μετά από αυτό πήγε κοντά στη γυναίκα του η οποία εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητη, κοιτάζοντάς τον με απορία. Ο μπάρμπα-Μπόρλης της διηγήθηκε την ιστορία του. Για το δάσος των φαγητών,τη νεράιδα και για τα πράγματα που του έδωσε. Η γυναίκα του άκουγε με προσοχή όλα όσα της έλεγε ο άντρας της. Όταν τελείωσε του είπε…:

Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και πόσο καλή αυτή η νεράιδα που μας έδωσε όλα αυτά τα δώρα!

-Ναι, ήταν πολύ καλή. Όμως , δεν πρέπει αυτά να τα πούμε σε κανένα. Εντάξει;

-Εντάξει!

Σε λίγο ήρθαν και τα κορίτσια, φορώντας τα καινούργια τους ρούχα. Αφού έστρωσαν το τραπέζι και έγιναν οι μαγικοί σπόροι φαγητά, κάθισαν να φάνε. Η οικογένεια ήταν πολύ χαρούμενη που επιτέλους είχαν να φάνε ένα πλουσιοπάροχο γεύμα και μάλιστα πολύ νόστιμο! Μόλις τελείωσαν το φαγητό τους μάζεψαν τα πιάτα και έπεσαν να κοιμηθούν. Ο άντρας καθώς ξάπλωσε στο κρεβάτι, σκεφτόταν

όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη την μέρα και ευχαρίστησε με την καρδιά του τη νεράιδα

που χωρίς αυτήν δε θα συνέβαιναν όλα αυτά τα καλά!

Οι μέρες περνούσαν και η ζωή της οικογένειας καλυτέρεψε αρκετά. Όποτε πεινούσαν, τοποθετούσαν τους μαγικούς σπόρους στο τραπέζι και μεταμορφωνόταν

σε νοστιμότατα φαγητά. Το χαμόγελο επέστρεψε στα πρόσωπά τους.

Ένα απόγευμα, καθώς ο μπάρμπα-Μπόρλης πήγαινε στην ταβέρνα για να συζητήσει με τους φίλους του, είδε κρεμασμένη σε μια κολόνα μια αφίσα. Περίεργος , πλησίασε την κολόνα για να δει τι έγραφε. Η αφίσα έλεγε ότι ο βασιλιάς της περιοχής ήθελε ένα μάγειρα και ότι όσοι νόμιζαν ότι μαγείρευαν καλά να παρουσιαστούν στο βασιλιά για να δοκιμάσει τα φαγητά τους. Όποιον διάλεγε θα τον έκανε μάγειρα του παλατιού και θα του έδινε πολλά χρήματα.

Ο μπάρμπα-Μπόρλης όταν την διάβασε σκέφτηκε να πάει και αυτός εκεί, για να δοκιμάσει την τύχη του. Έτσι αφού πήγε στο σπίτι του για να πάρει ένα φαγητό, ξεκίνησε για το παλάτι.

Όταν έφτασε εκεί, στην μεγαλοπρεπή αυλή του παλατιού συνάντησε πολλούς διάσημους μάγειρες. Φορούσαν πλούσια, υπέροχα, χρωματιστά ρούχα. Στα χέρια τους κρατούσαν υπέροχες λιχουδιές. Ένας μάγειρας κρατούσε μια τεράστια τούρτα σοκολάτας, ένας άλλος είχε μια μεγάλη ζουμερή μπριζόλα και πόσοι άλλοι με διάφορα φαγητά και γλυκά που μόνο που τα έβλεπες σου έτρεχαν τα σάλια!

Ο μπάρμπα-Μπόρλης κρατούσε ένα πιάτο που είχε μόνο ένα κοτόπουλο. Όλοι τους τον κοιτούσαν παράξενα χωρίς όμως να ξέρουν πώς το έκανε και το μυστικό του. Όλοι τους άρχισαν να τον σχολιάζουν…:

-Τι δουλειά έχει ένας απλός χωρικός σε αυτόν το διαγωνισμό;

-Σιγά μη κερδίσει!

-Ενώ εμείς έχουμε υπέροχα φαγητά, αυτός έχει μόνο ένα κοτόπουλο!

Εκείνος όμως δεν τους έδινε καθόλου σημασία. Μετά από λίγο εμφανίστηκε ο βασιλιάς. Όταν τον είδαν να περνάει όλοι υποκλήθηκαν! Ο βασιλιάς έκατσε στο χρυσό του θρόνο, διέταξε το πλήθος να σηκωθεί και να περάσει ένας-ένας από μπροστά του για να δοκιμάσει τα φαγητά τους. Οι μάγειρες μπήκαν σε μια σειρά και άρχισαν να περνάνε μπροστά από το βασιλιά. Ο βασιλιάς δεν ενθουσιάστηκε με κανένα φαγητό και τελευταίος έμεινε ο μπάρμπα-Μπόρλης . Όταν τον είδε ο βασιλιάς γέλασε ειρωνικά αλλά από περιέργεια δοκίμασε.

Με τη πρώτη μπουκιά όμως ξετρελάθηκε και το έφαγε όλο!

-Αυτό που έφαγα ήταν το πιο νόστιμο φαγητό που έφαγα ποτέ! Εσύ θα γίνεις ο μάγειρας του παλατιού! …είπε με ενθουσιασμό!

Έτσι αυτός κέρδισε το διαγωνισμό και μια θέση στο παλάτι. Οι υπόλοιποι απογοητευμένοι επέστρεψαν στα σπίτια τους. Από εκείνη τη μέρα άρχισε να μαγειρεύει για το βασιλιά και την οικογένειά του.

Πήγαινε στο παλάτι κάθε πρωί και έφευγε το απόγευμα για να πάει στο σπίτι του να ξεκουραστεί. Έβγαζε πολλά χρήματα και μπορούσαν να έχουν στο σπίτι ότι θέλουν. Κάπου κάπου επισκεπτόταν την καλή νεράιδα και του έδινε συμβουλές, μάλιστα του χάρισε και ένα βιβλίο που είχε πολλά μυστικά για τα φαγητά. Τους μαγικούς σπόρους τους έδωσε στη γυναίκα του γιατί δεν τους χρειαζόταν άλλο. Όλα πήγαιναν μια χαρά, μάλιστα καλύτερα από ότι περίμενε ο μπάρμπα-Μπόρλης.

Ο βασιλιάς είχε μια έφηβη κόρη την Κάμελοτ. Ήταν πολύ όμορφη. Είχε μακριά μεταξένια καστανοκόκκινα μαλλιά, φορούσε ένα βυσσινί μεταξένιο φόρεμα γεμάτο πολύτιμους λίθους και τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα σαν το ρόδι. Σαν αγγελάκι ήταν! Όμως όσο όμορφη εμφάνιση είχε τόσο κακιά ήταν η ψυχή της! Ο χαρακτήρας της ήταν πολύ άσχημος, ήταν γκρινιάρα, ζηλιάρα, πονηρή και γενικά έκανε όλο τον κόσμο άνω-κάτω! Η πριγκίπισσα αναρωτιόταν ποιο ήταν το μυστικό του μάγειρά τους και φτιάχνει τόσο νόστιμα φαγητά! Μέρες το σκεφτόταν ώσπου ένα πρωί καθώς ο μπάρμπα-Μπόρλης μαγείρευε στη κουζίνα τον πλησίασε και τον ρώτησε…:

Μάγειρα, ποιο είναι το μυστικό και φτιάχνεις τόσο νόστιμα φαγητά;

Ο μπάρμπα-Μπόρλης τα έχασε! Δεν ήξερε τι να απαντήσει! Επειδή ήταν καλός άνθρωπος και δεν έλεγε ψέματα, της είπε όλη την αλήθεια παρόλο που του είπε η νεράιδα να μη τίποτα σε κανέναν! Η πριγκίπισσα αφού έμαθε αυτό που ήθελε τον άφησε στη δουλειά του και έφυγε.

<< Γιατί να μη πάω και εγώ; Θα ξέρω να μαγειρεύω κι εγώ πολύ καλά και με τα

χρήματα που θα βγάζω θα αγοράζω ότι θέλω, ρούχα παιχνίδια χωρίς να ρωτάω κανέναν! Οι φίλες μου θα σκάσουν από την ζήλια τους!>>

Αυτά σκέφτηκε και αφού ενημέρωσε τους γονείς της ξεκίνησε για το δάσος των φαγητών. Περπάτησε, περπάτησε για πολλές ώρες ώσπου τελικά έφτασε στο μέρος όπου βρισκόταν η πύλη. Χωρίς δισταγμό την άνοιξε και όταν αντίκρισε το δάσος των φαγητών αισθάνθηκε…απαίσια!

-Αυτό είναι το δάσος που μου περιέγραψε ο μάγειρας μας; Τι απαίσιο! Παντού φαγητά υπάρχουν, ούτε ένα χορταράκι δεν υπάρχει! Είναι λες και είμαι μέσα σε κατσαρόλα!…μουρμούριζε η πριγκίπισσα μπαίνοντας μέσα.

Δεν πρόλαβε να κάνει τρία βήματα και ξαφνικά αντίκρισε μπροστά της μια γυναίκα, η οποία δεν ήταν άλλη από την νεράιδα. Πλησίασε την πριγκίπισσα και της είπε…:

-Καλώς ήρθατε στο δάσος των φαγητών, θα θέλατε κάτι;

-Θέλω να φάω!...της απάντησε αγενέστατα η Κάμελοτ.

-Όπως επιθύμητε. Ακολουθήστε με για να βρούμε το κατάλληλο μέρος.

-Πάλι περπάτημα; Όχι! Κάνε εδώ τα μαγικά σου!…της φώναξε η πριγκίπισσα.

-Καλά εντάξει. Μη φωνάζετε! …της είπε η νεράιδα.

Κούνησε το μαγικό ραβδί της και με τον ίδιο τρόπο όπως στον μπάρμπα-Μπόρλη εμφανίστηκε ένα τραπέζι γεμάτο υπέροχα φαγητά. Η πριγκίπισσα όμως πάλι δεν ήταν ευχαριστημένη!

-Αυτό το τραπέζι δεν είναι ιδανικό για τις πριγκίπισσες! Μόνο οι ανόητοι κάθονται σε τέτοια τραπέζια!

-Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… της είπε η νεράιδα που είχε αρχίσει να θυμώνει!

Η πριγκίπισσα κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να τρώει. Έτρωγε τόσο λαίμαργα

που η νεράιδα την κοιτούσε με αηδία. Παρόλο που έτρωγε δε σταμάτησε να κάνει άσκημη κριτική! Η νεράιδα έχασε την υπομονή της και θυμωμένα της φώναξε…:

Είσαι πολύ κακιά! Μπορεί να είσαι εξωτερικά πολύ όμορφη αλλά η ψυχή σου είναι μαύρη σαν την πίσσα! Επειδή είσαι πλούσια νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις; Είσαι πολύ κακομαθημένη! Για να σε τιμωρήσω θα σου δώσω μια κατάρα. Άμα γυρίσεις στο σπίτι σου να γίνεις πολύ φτωχιά!

-Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι; Έχεις άσχημη συμπεριφορά απέναντί μου! Θα φύγω από αυτό το μέρος και θα επιστρέψω με τη φρουρά μου για να σε κλείσω στη φυλακή!…της φώναξε νευριασμένα η Κάμελοτ.

Σηκώθηκε από το τραπέζι, άνοιξε τη πύλη και έφυγε χωρίς καν να χαιρετίσει!

Όταν έφτασε στο παλάτι της συνέβηκε κάτι παράξενο. Πήγε να ανοίξει τις ασημένιες του πύλες αλλά οι φρουροί που ήταν εκεί δεν την άφησαν να μπει. Ξαναπροσπάθησε μα πάλι την εμπόδισαν…

-Γιατί δεν με αφήνετε να μπω;

-Έτσι, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να έρχεσαι εδώ!…της φώναξε ένας φρουρός.

-Γιατί δεν έχω το δικαίωμα; Είμαι η πριγκίπισσα. Σας διατάζω να παραμερίσετε!

-Δε δεχόμαστε διαταγές από μια ζητιάνα! ... της είπε ο ίδιος ο φρουρός.

-Ζητιάνα; …είπε ξαφνιασμένα και κοίταξε τα ρούχα της. Το όμορφο μεταξένιο βυσσινί γεμάτο πολύτιμους λίθους φόρεμά της είχε εξαφανιστεί και στη θέση του βρισκόταν ένα μπαλωμένο καφέ φόρεμα γεμάτο λεκέδες. Τα μάγουλά της έπαψαν να είναι κατακόκκινα και τα πόδια της ήταν ξυπόλητα.

-Πιστέψτε με, εγώ είμαι η πριγκίπισσα! Μια παρεξήγηση έγινε! …προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

-Η πριγκίπισσα είναι στο παλάτι. Της απάντησε ο δεύτερος φρουρός και της έδειξε ένα κορίτσι πλούσια ντυμένο να μαζεύει λουλούδια στον κήπο. Μόλις το είδε αυτό η Κάμελοτ άρχισε να ουρλιάζει!

-Σταμάτα να φωνάζεις! Αν δεν φύγεις αμέσως θα σε κλείσουμε στη φυλακή!…την απείλησαν τώρα και οι δύο φρουροί.

Η Κάμελοτ δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Καθώς έφευγε από εκεί σκεφτόταν την αιτία που κατάντησε έτσι. Θυμήθηκε τα γεγονότα που συνέβησαν εκεί και μετάνιωσε για την συμπεριφορά της. Μετάνιωσε ακόμα και για την συμπεριφορά της απέναντι στους υπηκόους της. Οι ώρες περνούσαν και κανένας από τους χωρικούς δεν ήθελε να τη φιλοξενήσει. Έφτασε στο τελευταίο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα και την άνοιξε μια ευγενική γυναίκα η οποία τη ρώτησε…:

-Τι θα ήθελες καλή μου;

-Θα ήθελα άμα μπορείτε να με φιλοξενήσετε.

-Φυσικά και μπορώ! Πέρνα μέσα, κάνε ένα μπάνιο και θα σου δώσω να φορέσεις καθαρά ρούχα…της είπε η γυναίκα η οποία δεν ήταν άλλη, από τη σύζυγο του μπάρπα-Μπόρλη.

Η κοπέλα μπήκε στο σπίτι, έκανε μπάνιο, φόρεσε το φόρεμα που της έδωσε η γυναίκα και κάθισε στην τραπεζαρία για να φάνε. Καθώς έτρωγαν η Κάμελοτ της διηγήθηκε την ιστορία της, για το πως κατάντησε έτσι. Τότε η γυναίκα της είπε…:

-Σε λυπάμαι που κατάντησες έτσι, αλλά δεν έπρεπε να συμπεριφερθείς έτσι στη νεράιδα!

-Κατάλαβα το λάθος μου, μετάνιωσα που ήμουν τόσο κακιά απέναντί της!

-Μην ανησυχείς, όταν θα γυρίσει ο άντρας μου από την δουλειά του θα του πω να πάει να πείσει τη νεράιδα να σε συγχωρέσει … της είπε η σύζυγος του μπάρμπα-Μπόρλη χτυπώντας την φιλικά στην πλάτη.

Την άλλη μέρα ο μπάρμπα-Μπόρλης πήγε στο δάσος των φαγητών για να μιλήσει

στη νεράιδα. Εκείνη τον άκουσε με προσοχή και τελικά έλυσε την κατάρα. Έτσι, η Κάμελοτ έγινε ξανά πριγκίπισσα και επέστρεψε στο παλάτι της. Από τότε άλλαξε και σταμάτησε να είναι γκρινιάρα και κακιά. Έγινε ένα καλό, πρόθυμο, ταπεινό και ευγενικό κορίτσι. Βοηθούσε τους υπηρέτες στις δουλειές που έκαναν. Φρόντιζε εκείνη τον κήπο και τάιζε τα ζωάκια που ήταν εκεί. Βοηθούσε τις φτωχές οικογένειες δίνοντας τις χρήματα. Η συμπεριφορά της άλλαξε τόσο πολύ προς το καλό που απόρησε και ο ίδιος ο βασιλιάς!

Όταν τα χρόνια πέρασαν και οι γονείς της πέθαναν, κυβέρνησε το βασίλειο με σοφία και δικαιοσύνη! Όσο για τον μπάρμπα-Μπόρλη και την οικογένειά του έζησαν ευτυχισμένοι για πάντα!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΈΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το σκανταλιάρικο ξωτικό.

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε στο βόρειο Πόλο ένα ξωτικό, το όνομα του ήταν Μπουμπούκη.

Τον έλεγαν έτσι γιατί του άρεσαν τα λουλούδια. Του άρεσαν τόσο πολύ, ώστε εάν πήγαινες στο

δωμάτιό του θα έβλεπες ότι στο γραφείο του και σε κάθε ράφι του ήταν στολισμένα ωραία βάζα με λουλούδια. Ήξερε επίσης όλα τα είδη τους και είχε ένα σωρό βιβλία για αυτά.

Ο Μπουμπούκης είχε καφέ κοντά μαλλιά, φορούσε ένα ριγέ πουλόβερ, ένα πράσινο παντελόνι

και φυσικά ένα βυσσινί σκουφί. Είχε καλό χαρακτήρα, ήταν χαρισματικός, φιλικός, ευγενικός, μα δυστυχώς είχε ένα ελάττωμα … να κάνει σκανταλιές!

Ήταν ένας από τους βοηθούς του Άι-Βασίλη και στο εργαστήριο δεν έκανε τίποτα άλλο από το να πειράζει τους συνεργάτες του! Κανένα από τα άλλα ξωτικά δεν ήθελε να του κάνει παρέα.

Εκείνες τις μέρες πριν τη Πρωτοχρονιά τα ξωτικά είχαν μεγάλη κίνηση. Έπρεπε να φτιάξουν πάρα πολλά παιχνίδια ώστε να φτάσουν για να μοιραστούν σε όλο τον κόσμο. Εκείνες τις μέρες ο

Μπουμπούκης προσπαθούσε να σκεφτεί μια σκανταλιά για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μα όχι μια συνηθισμένη. Ήθελε να ήταν η πιο καταπληκτική και αξέχαστη σκανταλιά που έκανε ποτέ!

Σκεφτόταν , σκεφτόταν μα δεν έβρισκε! Οι μέρες περνούσαν και όλοι έκαναν πυρετώδεις

ετοιμασίες για τη Πρωτοχρονιά. Ο Άι-Βασίλης πήγε τους ταράνδους στον κτηνίατρο του Βόρειου Πόλου, για να τους εξετάσει και να τον ενημερώσει αν είναι υγιείς για να σύρουν το βαρύ έλκηθρο με τα πολλά δώρα που θα έχει. Τα ξωτικά είχαν τελειώσει με τη κατασκευή των παιχνιδιών και άρχισαν να τα πακετάρουν.

Πέρασαν οι μέρες, πέρασαν οι εβδομάδες και ήρθε η μεγάλη μέρα που όλοι περίμεναν. Τα ξωτικά είχαν τελειώσει το πακετάρισμα των δώρων και τώρα βοηθούσαν τον Άι-Βασίλη να τα βάλει στο έλκηθρο του για να είναι έτοιμα το βράδυ. Όταν τελείωσαν, πήγαν όλα να παίξουν στο πάρκο ευχαριστημένα γιατί έκαναν τη δουλειά τους σωστά! Μόνο ένα ξωτικό δεν βγήκε να παίξει, ο Μπουμπούκης. Βλέπετε, τελικά κατάφερε να σκεφτεί τη σκανταλιά που θα έκανε!

Τι έκανε λοιπόν;…Βγήκε από το εργαστήριο και στα κρυφά πήγε στο στάβλο όπου κοιμόταν οι τάρανδοι με το έλκηθρο. Σιγά-σιγά πήρε το σάκο με τα δώρα και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του έφυγε από το στάβλο. Ύστερα έτρεξε πίσω από το εργαστήριο, έσκαψε μια λακκούβα και έκρυψε εκεί το σάκο. Έπειτα τον σκέπασε με χιόνι και έφυγε για την αυλή των ξωτικών λέγοντας από μέσα του…<<Μέσα σε αυτή τη λακκούβα δε θα το βρει κανείς. Χα, χα, χα!>>

Όταν ήρθε το απόγευμα, ο Άι-Βασίλης πήγε στο στάβλο για να ταΐσει τους ταράνδους του και παρατήρησε ότι ο σάκος του δεν ήταν εκεί!!

-Παράξενο, είπε.. εγώ θυμάμαι ότι τα δώρα τα φόρτωσα στο έλκηθρο. Ας πάω να ρίξω και μια ματιά στο γραφείο μου. Μπορεί να ξέχασα να τα φορτώσω και να τα άφησα εκεί!

Πήγε μέσα στο γραφείο του, έψαξε, μα δε βρήκε τίποτα. Ξαναπήγε στο στάβλο για να ξαναψάξει μα και πάλι τίποτα, δε βρήκε κανένα δώρο!!

-Τάρανδοι μου, μήπως ξέρετε που εξαφανίστηκαν τα δώρα;…ρώτησε ο Άι-Βασίλης τους ταράνδους του.

-Όχι, δε ξέρουμε...του απάντησαν εκείνοι.

Μα που εξαφανίστηκαν; Εγώ θυμάμαι ότι το πρωί τα φόρτωσα μαζί με τα ξωτικά για να είναι έτοιμα το βράδυ. Ποιος άραγε να τα έκλεψε;

Εκεί που ο Άγιος-Βασίλης συλλογιζόταν ακούστηκε μια ψιλή φωνή…:

-Άγιε-Βασίλη! Άγιε-Βασίλη!

-Ποιος είναι; Πού βρίσκεσαι;…ρώτησε ο Άγιος κοιτώντας τριγύρω του!

-Εδώ! Εδώ κάτω!…απάντησε η ψιλή φωνή!

Εκείνος κοίταξε κάτω και είδε ότι η ψιλή φωνή ήταν μια κούκλα πριγκίπισσα. Είχε ξανθά μαλλιά,

ροζ φόρεμα και κρατούσε στα χέρια της την τσάντα της . Ήταν ένα από τα παιχνίδια που είχαν φτιάξει τα ξωτικά για ένα μικρό κοριτσάκι που την επιθυμούσε πολύ. Άραγε γιατί δεν ήταν μέσα στο κουτί της;

-Πριγκίπισσα Κίκα! Τι κάνεις εδώ;…τη ρώτησε έκπληκτος.

-Άγιε-Βασίλη, από το ύφος σου καταλαβαίνω ότι αναρωτιέσαι γιατί δεν είμαι στο κουτί μου. Θα στα πω όλα, αλλά πρέπει να αρχίσω από την αρχή! Λοιπόν, ήμουν μέσα στο κουτί μου κάνοντας σκέψεις για το κοριτσάκι που θα με αποκτήσει. Ξαφνικά , το κουτί μου άρχισε να ταρακουνιέται, λες και γινότανε σεισμός..<<Μα τι γίνετε;>>..σκέφτηκα. Τότε, χωρίς να χάσω καιρό, άνοιξα το καπάκι του κουτιού και είδα ότι το σάκο τον κρατούσε ένα ξωτικό που έτρεχε. Είχε καφέ μαλλιά με ένα βυσσινί σκούφο στο κεφάλι. Έτρεχε τόσο γρήγορα που εγώ έπεσα κάτω στο χιόνι. Έτσι έψαξα να σε βρω γιατί σκέφτηκα ότι αυτό το ξωτικό μπορεί να ήταν κλέφτης δώρων!

-Δεν ήταν κλέφτης δώρων! Ο Μπουμπούκης ήταν!…είπε φανερά εκνευρισμένος ο Άι-Βασίλης.

-Α! Αυτός; Αυτή η σκανταλιά που έκανε ήταν η πιο χειρότερη από όλες! Καλύτερα να τον απολύσεις για να ησυχάσεις!

-Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Είναι σκανταλιάρης μα έχει και προτερήματα! Όμως δε θα μείνει ατιμώρητος! Κίκα, εσύ πήγαινε να του πεις να έρθει στο γραφείο μου για να του πω κάτι.

Έτσι ο Άι-Βασίλης επέστρεψε στο γραφείο του ενώ η Κίκα πήγε να τον φωνάξει. Η κουκλίτσα έψαξε παντού, σε όλο το εργαστήριο ώσπου τελικά τον βρήκε. Ήταν έξω στο θερμοκήπιό του και πότιζε τα λουλούδια του. Η Κίκα τον πλησίασε και του είπε…:

-Μπουμπούκη, ο Άι-Βασίλης μ’ έστειλε να σου πω ότι θέλει να έρθεις για να σου πει κάτι.

-Τι θέλει να μου πει;..ρώτησε εκείνος.

-Αυτό δεν μπορώ να σου το πω. Πήγαινε και θα μάθεις.

Ο Μπουμπούκης υπάκουσε και πήγε στο γραφείο του Άι-Βασίλη. Όταν μπήκε μέσα παρατήρησε

ότι ήταν σκεφτικός και λυπημένος. Το ξωτικό αναρωτήθηκε τι να του συμβαίνει, χωρίς να σκεφτεί ότι ίσως είχε ανακαλύψει την σκανταλιά που είχε κάνει…

-Με κάλεσες Άγιε-Βασίλη;

-Ναι Μπουμπούκη, κάθισε.

Ο Μπουμπούκης κάθισε και ο Άι-Βασίλης του είπε…:

-Σε κάλεσα επειδή ήθελα να σου πω κάτι σημαντικό! Αφορά τα δώρα. Έμαθα εχθές ότι είχες πάει στο στάβλο όπου βρισκόταν το έλκηθρο μου, έκλεψες το σάκο με τα δώρα και τα έκρυψες. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό! Τι θα γίνει αν κάποιος τον κλέψει;

-Μην ανησυχείς , τα δώρα τα έκρυψα σε ένα μέρος που κανένας δε μπορεί να τα βρει. Άμα θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου για να στα δείξω.

-Εντάξει,πάμε.

Έτσι, μπροστά ο Μπουμπούκης, πίσω ο Άι-Βασίλης ξεκίνησαν για το μέρος που ήταν κρυμμένα τα δώρα. Όταν έφτασαν, τι να δουν!! Η λακκούβα που ήταν ο σάκος κρυμμένος ήταν ανοιχτή και τα δώρα είχαν γίνει καπνός!

-Όπως το φαντάστηκα, τα δώρα τα πήραν τα διαβολάκια! Τώρα πάνε τα Χριστούγεννα! Αχ! Τα καημένα τα παιδιά! Θα στεναχωρηθούν πολύ όταν δε θα δούνε τα δώρα τους κάτω από το δέντρο! Αυτή η σκανταλιά που έκανες ήταν η χειρότερη από όλες, γι’ αυτό σου αξίζει μια τιμωρία!

Ο Μπουμπούκης τον άκουγε ξέροντας ότι είχε δίκιο. Άρχισε να στεναχωριέται γι’ αυτό που είχε κάνει και ήθελε να επανορθώσει.

-Έχεις δίκιο Άι-Βασίλη. Αυτό που έκανα ήταν πολύ κακό. Μπορώ όμως να επανορθώσω. Θα πάω στο δάσος των διαβολάκων για να φέρω πίσω τα δώρα.

-Δεν μπορείς να το κάνεις, δεν σου έχω πια εμπιστοσύνη. Εξάλλου ήδη νύχτωσε και δεν έχεις αρκετό χρόνο μέχρι τα μεσάνυχτα…του είπε ο Άι-Βασίλης κοιτώντας τον ουρανό με τ’ άστρα.

-Σε παρακαλώ Άι-Βασίλη. Δώσε μου μια ευκαιρία…τον παρακάλεσε ο Μπουμπούκης, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του!

-Εντάξει,μπορείς να πας, αλλά να γυρίσεις πριν τα μεσάνυχτα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα λόγια του και ο Μπουμπούκης εξαφανίστηκε. Αφού έβαλε το άσπρο παλτό του ξεκίνησε για το δάσος των διαβολάκων. Περπάτησε, περπάτησε για πολλές ώρες γιατί το μέρος αυτό βρισκόταν μακριά. Είχε κουραστεί μα δε κάθισε πουθενά να ξεκουραστεί. Περπατούσε γρήγορα γιατί έπρεπε να φέρει τα δώρα πριν τα μεσάνυχτα. Ο χρόνος περνούσε και ο Μπουμπούκης περπατούσε όλο και πιο γρήγορα. Μετά από κάμποσες ώρες έφτασε στο προορισμό του. Όταν μπήκε μέσα στο δάσος έμεινε έκπληκτος από αυτό που είδε. Το δάσος ήταν διαφορετικό από τα δάση που γνώριζε. Τα δέντρα του δεν είχαν ούτε ένα φύλλο στα κλαδιά τους. Ήταν τόσο μεγάλα που θα έλεγες ότι άγγιζαν τον ουρανό. Το χώμα του δεν είχε χόρτα ούτε ήταν χιονισμένο, ήταν σκέτο άμμο. Έκανε τόση ζέστη που αναγκάστηκε να βγάλει το παλτό του. Διέσχισε όλο το δάσος για να βρει κάποιο διαβολάκι μα δεν βρήκε κανένα. Ξαφνικά, εκεί που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, άκουσε κάτι τσιριχτές φωνές που ερχόταν από μια σπηλιά, πίσω από έναν βράχο.

<<Ας πάω να ρίξω μια ματιά..>>είπε στον εαυτό του.

Όταν μπήκε μέσα είδε κάτι πλασματάκια που χόρευαν γύρω από μια μεγάλη φωτιά. Τα πλασματάκια αυτά είχαν πυκνό τρίχωμα, τόσο πυκνό που έμοιαζαν με τριχωτές μπάλες, είχαν μυτερά αυτιά, κατακόκκινα πεταχτά μάτια, μυτερή ουρά και είχαν κοφτερά δόντια με μια γλωσσάρα που έφτανε μέχρι τα πόδια τους. Ήταν εχθροί του Άι-Βασίλη και ήθελαν να καταστρέψουν τα Χριστούγεννα, για να μπορούν να έρχονται αυτά στον κόσμο των ανθρώπων.

Ήταν άσχημα, τρομαχτικά και κακά. Δεν είχαν πάρει είδηση ότι βρισκόταν κάποιος έξω από την σπηλιά τους και τους παρακολουθούσε.

Ο Μπουμπούκης προχώρησε μπροστά χαιρετώντας τους βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο του.

-Γεια σας παιδιά!

Τα διαβολάκια σταμάτησαν να χορεύουν και τον κοίταξαν. Το μεγαλύτερο ο αρχηγός τους, τον πλησίασε και τον ρώτησε…:

-Τι θες εσύ εδώ;Δεν είσαι βοηθός του Άι-Βασίλη;

-Ήμουν, μα τώρα όχι πια. Ήρθα γιατί θέλω να είμαι με το μέρος σας.

Τα τέρατα μόλις το άκουσαν αυτό έμειναν άφωνα. Ο Μπουμπούκης συνέχισε…:

-Σίγουρα αναρωτιέστε γιατί παραιτήθηκα ως βοηθός, θα σας πω αμέσως. Λοιπόν, όλοι νομίζουν ότι ο Άι-Βασίλης είναι καλός και γενναιόδωρος, μα στη πραγματικότητα δεν είναι. Είναι ένας ανόητος,

σκληρός και εγωιστής γέρος που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τεμπελιάζει και να μας διατάζει.

Εμάς μας έχει για σκλάβους του. Όλη τη μέρα μας βάζει να κάνουμε δουλειές χωρίς να μας αφήνει ούτε διάλειμμα να κάνουμε! Ε, λοιπόν βαρέθηκα! Το έσκασα λοιπόν από τα εργαστήριο και ήρθα σε εσάς!

-Καλά λοιπόν, αφού είσαι με το μέρος μας, πες μας ένα τρόπο για το πως θα νικήσουμε τον εχθρό μας…του είπε ο αρχηγός τους.

-Ξέρω έναν τρόπο, μα πρέπει πρώτα να μου δώσετε τον σάκο που κλέψατε από τον Άγιο-Βασίλη.

-Γιατί;

-Γιατί αν δεν μου το δώσετε δεν θα σας πω τίποτα…Τότε ο αρχηγός έκανε νόημα στους άλλους να φέρουν τον κλεμμένο σάκο. Μόλις του τον έδωσαν τους είπε…:

-Ωραία, τώρα μπορώ να σας πω. Γνωρίζω ότι μέσα σε μια σπηλιά, στην άκρη του Βόρειου Πόλου, υπάρχει μέσα μια μαγεία, τόσο δυνατή που αν τη χρησιμοποιήσουμε θα νικήσουμε τον Άγιο-Βασίλη. Το μόνο κακό είναι ότι είναι μακριά.

-Μην ανησυχείς γι’ αυτό, με το γρήγορο τεράστιο έλκηθρο μας θα φτάσουμε στη σπηλιά σε χρόνο μηδέν. Βγάλτε το έλκηθρο παιδιά!…φώναξε ο αρχηγός τους. Τα διαβολάκια το έφεραν αμέσως και αφού ανέβηκαν μαζί με το ξωτικό έφτασαν στην άκρη του Βόρειου Πόλου σε δυο λεπτά. Ο ήρωας μας, τους οδήγησε στη σπηλιά που τους έλεγε και τους είπε :

-Να! Αυτή είναι η σπήλια που σας έλεγα! Περάστε εσείς πρώτοι!

Τα διαβολάκια χαρούμενα μπήκαν μέσα χορεύοντας και κάνοντας αστεία το ένα στο άλλο. Όταν

βεβαιώθηκε ότι όλα μπήκαν μέσα στη σπηλιά έσπρωξε με όλη του τη δύναμη το βράχο που ήταν εκεί δίπλα και την έκλεισε! Τώρα τα διαβολάκια θα έμεναν κλεισμένα εκεί για πάντα και δε θα ξαναενοχλούσαν κανένα !

-Ωχ! Πέρασε η ώρα, ήδη πλησιάζει μεσάνυχτα! Πρέπει να φύγω!…ξεφώνισε ο Μπουμπούκης κοιτάζοντας το ρολόι του. Ανέβηκε αμέσως στο τεράστιο έλκηθρο και κρατώντας σφικτά το σάκο με τα δώρα έφτασε στο εργαστήριο πολύ γρήγορα. Ο Άι-Βασίλης μαζί με τα υπόλοιπα ξωτικά τον υποδέχτηκαν με γέλια και χαρές! Ο Μπουμπούκης κατέβηκε από το έλκηθρο παρέδωσε στον Άι-Βασίλη τα δώρα και του είπε…:

-Άγιε-Βασίλη, σου υπόσχομαι πως άλλη φορά δεν θα ξανακλέψω πράγματα και θα είμαι ένας καλός βοηθός όπως τους άλλους.

-Χαίρομαι που κατάλαβες το λάθος σου. Έφερες τα δώρα στην κατάλληλη ώρα . Τώρα πρέπει να φύγω, γεια σας καλά μου ξωτικά!….τους είπε ο Άι-Βασίλης ανεβαίνοντας στο έλκηθρο του.

-Γεια σου, Άι-Βασίλη! Καλή παράδοση των δώρων!…του φώναξαν όλα μαζί τα ξωτικά!

Ο Άγιος-Βασίλης έφυγε για να παραδώσει τα δώρα του, ευχαριστημένος που ο βοηθός του πήρε το μάθημά του. Πίσω στο εργαστήριο τα ξωτικά έκαναν ένα πάρτι για τον Μπουμπούκη. Όλοι πέρασαν υπέροχα! Χόρεψαν, τραγούδησαν, έπαιξαν διάφορα παιχνίδια , έφαγαν γαριδάκια, πατατάκια, μελομακάρονα και χίλια δυο άλλα καλούδια. Ο Μπουμπούκης έκανε πολλούς φίλους και τους ζήτησε συγνώμη που όλο τους πείραζε!

-Δε πειράζει φίλε μας. Περασμένα ξεχασμένα! Έλα ας συνεχίσουμε τη διασκέδαση!

Το πάρτι κράτησε μέχρι αργά. Όταν τελείωσε τα ξωτικά καθάρισαν τον χώρο και έπεσαν να κοιμηθούν. Ο πρωταγωνιστής μας, όταν έπεσε στο κρεβάτι του σκεφτόταν όλα όσα συνέβησαν και μια ευτυχία ένοιωσε μέσα του. Ορκίστηκε στον εαυτό του ότι δε θα ξαναέκανε καμία σκανταλιά και κλείνοντας τα μάτια του αποκοιμήθηκε γλυκά!

Ο Μπουμπούκης τήρησε την υπόσχεσή του, έγινε ένα καλό ξωτικό και έζησε μαζί με τον Άγιο-Βασίλη και τους φίλους του ευτυχισμένος για πάντα!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

Το πάθημα της κατσίκας.

Το πάθημα της κατσίκας.

Πριν πολλά χρόνια ένα κοπάδι από κατσίκες έβοσκε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Ανάμεσα στα ζώα ήταν και μία κατσίκα περίεργη και ζωηρή. Η περιέργειά της την απομάκρυνε από το κοπάδι και βρέθηκε μόνη ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους.

Ξαφνικά από το πουθενά εμφανίστηκε ένας λύκος. Η κατσίκα τρόμαξε τόσο πολύ, που έμεινε ακίνητη, γιατί είχαν παραλύσει τα πόδια της. Φοβήθηκε πως ήρθε το τέλος της. Νόμισε ότι ο λύκος θα την έκανε μια μπουκιά.

Προς μεγάλη της έκπληξη ο λύκος δεν κουνήθηκε από την θέση του, αντίθετα της είπε ευγενικά…:

-Καλησπέρα σας, όμορφή μου κατσικούλα.

Η κατσίκα δεν του απάντησε ήταν τόσο φοβισμένη που μιλιά δεν έβγαινε από το στόμα της και ο λύκος συνέχισε…

-Δε θα σας κάνω κακό, είμαι διαφορετικός από τους άλλους λύκους. Είμαι καλός, φιλικός και δε μου αρέσει να τρομάζω τα άλλα ζώα. Όλοι τρέχουν μακριά μου όταν τους πλησιάζω. Τι λέτε; Θέλετε να γίνετε φίλη μου;

-Φυσικά και θα ήθελα…του είπε η κατσίκα που συνήλθε από την τρομάρα της.

-Τέλεια ας πάμε στη σπηλιά μου να το γιορτάσουμε!

-Καλή ιδέα, ας πάμε…είπε η κατσικούλα.

Έτσι λοιπόν μπροστά ο λύκος πίσω η κατσίκα πήραν το δρόμο για τη σπηλιά του λύκου. Όταν έφτασαν εκεί ο λύκος της είπε…:

-Άνοιξε την πέτρα που έχω για πόρτα και ας μπούμε μέσα.

Η κατσίκα τον υπάκουσε. Μόλις μπήκαν μέσα ο λύκος έκλεισε την είσοδο και της είπε…:

-Χα χα! Ανόητο κατσικάκι! Πίστεψες ότι αυτό που σου είπα ήταν αλήθεια; Σου είπα ψέματα για να σε φέρω στη σπηλιά μου και να σε φάω.

Η καημένη η κατσίκα τρόμαξε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή μέσα στη σπηλιά. Ο λύκος δεν άργησε να τη πιάσει με τα μυτερά του νύχια. Για καλή της τύχη εκείνη την ώρα περνούσαν από έξω οι δυο βοσκοί του κοπαδιού και άκουσαν την κατσίκα που φώναζε δυνατά και φοβισμένα! Χωρίς να χάσουν καιρό άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο λύκος τον πυροβόλησαν και το σκότωσαν! Οι βοσκοί πήραν την κατσίκα τους και επέστρεψαν στο κοπάδι.

Αυτή σε όλο το δρόμο σκεφτόταν την περιπέτειά της και υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι από εδώ και πέρα θα ήταν πιο προσεχτική.

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

H Υγεία και η Αρρώστια.

Η Υγεία και η Αρρώστια.

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που υπήρχε η μαγεία στον κόσμο, ζούσε σε ένα ασημένιο παλάτι σε σύννεφα της βροχής και της ομίχλης ένας θεός, ο Κίντος. Αυτός ο θεός ήταν πιο δυνατός από όλους. Ήταν ο αρχηγός τους και άρχοντας σε ένα ορεινό χωριό. Επειδή ήταν καλός και έξυπνος όλοι τον σέβονταν. Ζούσε ευτυχισμένος μαζί με την γυναίκα του την Αρεούλα, τη θεά των ανέμων και τις δυο του κόρες, την Υγεία και την Αρρώστια. Η Υγεία ήταν μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια και φορούσε έναν απλό γαλάζιο χιτώνα. Ήταν έξυπνη, καλή, χαρούμενη, φιλική και πάντα είχε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η Αρρώστια είχε καφέ πυκνά μαλλιά και πράσινα μάτια. Φορούσε έναν άσπρο χιτώνα και είχε τυλιγμένο στο λαιμό της ένα κασκόλ. Ήταν

γκρινιάρα, ζηλιάρα, κακιά, πολύ αδύνατη και είχε πάντα κόκκινα σπυράκια στο πρόσωπό της.

Ο Κίντος αγαπούσε πολύ τις κόρες του. Μια μέρα τις κάλεσε στο γραφείο του και τις είπε…:

Κόρες μου αγαπημένες, όπως ξέρετε, κάθε χρόνο οι άνθρωποι του χωριού επιλέγουν κάποιον για να είναι άρχοντάς τους. Εμένα με επέλεξαν και τώρα πέρασε η σειρά μου. Θέλω λοιπόν να πάτε το απόγευμα εκεί για να αποφασίσουν πια από εσάς θα γίνει η νέα αρχόντισσα. Εγώ θα κυβερνήσω άλλο χωριό.

-Εντάξει πατέρα... απάντησαν τα κορίτσια.

Εκείνο το απόγευμα, στο κέντρο του χωριού είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Εκεί διάλεγαν κάθε χρόνο το νέο άρχοντα. Πάνω στη σκηνή καθόταν ο θεϊκός γραμματικός, αυτός που μετρούσε τα χαρτιά

και προσπαθούσε να κάνει το κοινό να ηρεμήσει. Όλοι ανυπομονούσαν να έρθει ο Κίντος! Μετά από δύο λεπτά η θεϊκή άμαξα έφτασε, από μέσα της βγήκε ο αρχηγός των θεών με τη γυναίκα του και τις κόρες του. Αφού ανέβηκε στη σκηνή, πήρε το μικρόφωνο και είπε στο κοινό…:

-Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ που ήρθατε και φέτος. Αυτή τη φορά μία από τις θυγατέρες μου θα γίνει η αρχόντισσά σας. Τα χαρτιά που σας έδωσε ο θεϊκός γραμματικός είναι γαλάζια και κόκκινα.

Άμα θέλετε να κερδίσει η Αρρώστια βάλτε το κόκκινο κι άμα θέλετε η Υγεία να βάλετε το γαλάζιο χαρτί στο κουτί. Αυτά ήθελα να σας πω, τώρα ας αρχίσει η κλήρωση!

Πρώτη ανέβηκε στη σκηνή η Αρρώστια πήρε το μικρόφωνο και αφού ξερόβηξε δύο φορές είπε στον κόσμο…:

-Άμα διαλέξετε εμένα θα κάνω τη ζωή σας πιο εύκολη. Θα σας κάνω να βγάζετε χρήματα χωρίς να κουράζεστε και θα σας δώσω μαγικούς σπόρους που θα φυτρώνουν μόνοι τους και πολλά άλλα καλά να έχετε. Σας υπόσχομαι πως θα κάνω τα πάντα για την καλοπέρασή σας !

Αυτά είπε η Αρρώστια και κατέβηκε από τη σκηνή. Τώρα ήρθε η σειρά της Υγείας και αφού ανέβηκε στη σκηνή είπε…:

-Άμα διαλέξετε εμένα θα σας κάνω το χωριό του εμπορίου. Αυτά που θα σας πω να κάνετε, θα είναι δύσκολα και κοπιαστικά. Όμως να ξέρετε, με κόπο καταφέρνει κάποιος αυτό που πραγματικά θέλει. Αυτά είχα να σας πω….αυτά είπε η Υγεία και κατέβηκε από τη σκηνή.

Σε λίγο ο θεϊκός γραμματικός πέρασε από όλο τον κόσμο να μαζέψει τα χαρτάκια που τους έδωσε πιο πριν και αφού τα μέτρησε τους ανακοίνωσε την νέα αρχόντισσα που ήταν… η Υγεία!

Πόσο χάρηκε η Υγεία μόλις το άκουσε αυτό! Για να το γιορτάσουν, όπως κάνουν κάθε χρόνο οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή. Όλοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι εκτός από την Αρρώστια. Θύμωσε που τελικά δεν έγινε αυτή η αρχόντισσα. Ήταν τόσο ο θυμός της που άρχισε να τρέχει στο δάσος.

Έτρεχε, έτρεχε ώσπου στο τέλος κουράστηκε και κάθισε στα χόρτα. Η νύχτα ήταν ήσυχη, ο ουρανός καθαρός και τα αστέρια του λαμπύριζαν σαν μικρά διαμάντια. Το φεγγάρι ολοστρόγγυλο καθρεφτίζονταν πάνω στη λίμνη μπροστά της…

-Γιατί είχε περισσότερα χαρτιά η αδερφή μου; Εγώ έπρεπε να γινόμουν αρχόντισσα!!Με τη φασαρία δε θα καταφέρω τίποτα. Πρέπει να σκεφτώ έναν τρόπο για να πάρω τη θέση της. Χμ…να παρακαλέσω το μπαμπά; Όχι. Να πω στην αδερφή μου να μου δώσει τη θέση της; Όχι…Όσο κι αν έσπαγε το κεφάλι της η Αρρώστια δεν έβρισκε κανένα τρόπο. Έπειτα από πολλές ώρες σκέψεις βρήκε μια ιδέα…:

-Το βρήκα! Θα λέω για την αδερφή μου ψέματα και συκοφαντίες στους χωρικούς! Τότε θα κάνουν εμένα αρχόντισσα! Χα, χα ,χα!!

Τόσο πολύ χάρηκε που άρχισε να πηδάει στη λίμνη και να πετάει νερά παντού φωνάζοντας δυνατά! Χάλασε τον κόσμο από τις φωνές της!

Η Αρρώστια άφησε λοιπόν να περάσουν μερικές μέρες και έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της. Μεταμφιέστηκε σε απλό χωρικό, κατέβηκε στο χωριό και άρχισε να φωνάζει δυνατά λέγοντας…:

-Ακούσατε , ακούσατε, η αρχόντισσά μας όλα όσα μας είπε ήταν ψέματα! Δε θα μας κάνει το χωριό του εμπορίου, θα μας τυραννήσει!

Όσοι την άκουσαν την πίστεψαν, ειδοποίησαν τους άλλους χωρικούς και το απόγευμα όλοι μαζεύτηκαν στην άκρη του χωριού φωνάζοντας…:

-Μας πρόδωσες! Ψεύτρα! Νομίζεις ότι είμαστε δούλοι σου;

Ψηλά στον ουρανό, η Υγεία άκουσε αυτές τις φωνές, έτσι ανέβηκε στον πήγασό της για να πάει να δει τι συνέβη.

-Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι συμβαίνει;…ρώτησε.

-Μας είπες ψέματα! Θα μας κάνεις σκλάβους σου!…της είπε ένας θυμωμένος χωρικός.

-Όχι ποτέ δε θα το έκανα αυτό! Δε θέλω να γίνετε σκλάβοι μου, μόνο το καλό σας θέλω. Θυμάστε τότε που στην κλήρωση σας είπα ότι θα σας έκανα το χωριό του εμπορίου; Το είπα γιατί θέλω να γίνετε πλούσιοι πουλώντας καλά εμπορεύματα έτσι ώστε να περνάτε καλά με τις οικογένειες σας.

-Ααα! Εντάξει τότε… είπαν οι χωρικοί και ο καθένας γύρισε στη δουλειά του.

Η Αρρώστια που τους παρακολουθούσε όλη την ώρα που μιλούσαν απογοητεύτηκε… :

-Ωχ όχι! Απέτυχε το σχέδιο μου! Δεν πειράζει όμως, έχω ένα άλλο που είμαι σίγουρη πως θα πετύχει.

Την επόμενη μέρα η Υγεία έστειλε οχτώ πλοιάρχους με τα καράβια τους και το προσωπικό τους να μεταφέρουν σε ένα νησί και να πουλήσουν διάφορα εμπορεύματα που τα προμηθεύτηκαν από την Κρητέα, την Μίχονα, την Πετήνα και την Κιναζία. Η Αρρώστια σκέφτηκε να το εκμεταλλευτεί αυτό για να την κατηγορήσει και κατέστρωσε το πονηρό σχέδιό της. Πήγε στο σπίτι της και έγραψε αρκετές εφημερίδες. Μεταμφιέστηκε σε εφημεριδοπώλη και πήγε στο χωριό πουλώντας τις , οι οποίες έλεγαν…: <<Αγαπητοί συμπολίτες, η αρχόντισσα μας δεν έστειλε τους πλοιάρχους με τα πλοία τους και το πλήρωμα τους για να πουλήσουν τα εμπορεύματα αλλά για να τους σκοτώσουν σε ένα νησί και να κλέψουν τα εμπορεύματα που κουβαλούν! Το ήξεραν αυτό αλλά αυτή η αρχόντισσα τους απείλησε πως αν αρνηθούν θα σκότωνε τις οικογένειες τους!>>

Θύμωσαν πάρα πολύ οι άνθρωποι όταν τις διάβασαν! Μαζεύτηκαν πάλι στην άκρη του χωριού και άρχισαν ξανά να φωνάζουν. Η Υγεία κατέβηκε στο χωριό για να δει και πάλι τι είχε συμβεί. Τότε όλοι άρχισαν να φωνάζουν θυμωμένοι…:

-Έστειλες τους πλοιάρχους με το πλήρωμα τους για να τους σκοτώσουν και να τους κλέψουν!

-Εγώ τους έστειλα για να τους σκοτώσουν και να τους κλέψουν; Ποιος σας το είπε αυτό;

-Το λένε οι εφημερίδες… της απάντησε ένας και της έδωσε μια εφημερίδα. Η Υγεία την πήρε, την έριξε μια ματιά και τους είπε…:

-Καλά, δε καταλάβατε ότι αυτές οι εφημερίδες γράφουν ψέματα; Φαίνεται πως υπάρχει κάποιος που με κατηγορεί για να μου πάρει το θρόνο! Εσείς να μη τα πιστεύετε αυτά και να μην τα δίνετε σημασία, εντάξει;

-Εντάξει…απάντησαν οι καλοί χωρικοί που τα κατάλαβαν όλα. Έτσι όσα σχέδια κι αν έκανε η Αρρώστια απέτυχαν όλα! Αναγκάστηκε να τα παρατήσει και νευριασμένη κλείστηκε στο δωμάτιό της χωρίς να βάλει μπουκιά στο στόμα της. Νευρίασε τόσο με την αδερφή της όσο και με τους χωρικούς. Όμως όπως ήταν κλεισμένη στο δωμάτιο της και θυμωμένη αυτή τη φορά με όλους μια σατανική ιδέα της ήρθε! Τι έκανε λοιπόν;

Τα μεσάνυχτα, μάζεψε όλα τα γλυκά του χωριού και έριξε σε αυτά ένα μαγικό φίλτρο,που το είχε φτιάξει η ίδια βάζοντας μέσα όλη την κακία της! Τώρα όποιος έτρωγε από αυτά θα δημιουργούταν στον οργανισμό του πολλά προβλήματα, που η ίδια τα ονόμασε αρρώστιες!

Έτσι και έγινε! Από την άλλη μέρα όσοι έτρωγαν άρχισαν να έχουν προβλήματα και να ταλαιπωρούνται από τις αρρώστιες . Είχαν απελπιστεί!Αν δεν γινόταν κάτι γρήγορα όλοι θα πέθαιναν!

Στα παλάτι του Κίντου η Υγεία προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να τους γλυτώσει! Όλη τη μέρα ήταν στο εργαστήριο της κάνοντας πειράματα. Όσο όμως και αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε τίποτα! Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες μα η κοπέλα δεν τα παρατούσε ώσπου στο τέλος βρήκε τρόπους για να τους βοηθήσει και να τους προστατέψει. Χωρίς να χάσει καιρό τους συγκέντρωσε όλους στην πλατεία και τους είπε…:

-Καλοί μου φίλοι, γνωρίζω τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζετε, δυστυχώς θα υπάρχουν για πάντα! Βρήκα όμως τρόπους και θα σας δώσω και οδηγίες για να γίνεστε καλά. Αντί για γλυκά να τρώτε φρούτα, να πλένετε συχνά τα χέρια σας και να γυμνάζεστε! Σας δίνω και μερικά μπουκαλάκια με υγρό που έφτιαξα η ίδια και τα ονόμασα φάρμακα, για να γίνετε καλά και να σταματήσετε να υποφέρετε!

Αυτά τους είπε και γύρισε στο παλάτι της. Από εκείνη τη στιγμή οι χωρικοί παίρνοντας τα φάρμακα που τους έδωσε άρχισαν να γίνονται καλά και ό,τι τους τύχαινε ακολουθούσαν τις συμβουλές της αρχόντισσας και ξεπερνούσαν τα προβλήματά τους. Όσο για την Αρρώστια, έσκασε από το κακό της!!

Λίγα χρόνια μετά, όταν οι δυο κοπέλες έφτασαν σε ηλικία γάμου ο πατέρας τους τις πάντρεψε με δύο καλούς και πανέμορφους θεούς. Έκαναν μάλιστα και παιδιά.

Η Υγεία, γέννησε δυο παιδιά. Τη Διατροφή και τον Αθλητισμό, ενώ η Αρρώστια γέννησε μια κόρη την Ίωση . Η κάθε μια τους έχει μέχρι σήμερα ένα διαφορετικό σκοπό και ρόλο…:

H Υγεία με τα παιδιά της έχουν σκοπό να μας κάνουν χαρούμενους και υγιείς. Η Αρρώστια με την κόρη της έχουν σκοπό να μας κάνουν δυστυχισμένους και να μας ταλαιπωρούν!!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..

Η αγάπη ενός ψαρά και μιας βοσκοπούλας.

 

Πριν από πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό θαλασσοχώρι, ζούσε

μια γυναίκα χήρα που είχε δυο παιδιά, τον Οβένιο και τη Διανάλω.

Καθώς ήταν πολύ φτωχή με δυσκολία κατάφερνε να αναθρέψει τα παιδιά της. Ο γιος και η κόρη της μπορεί να ήταν αγράμματα, βρομιάρικα και αχτένιστα όμως ήταν καλόψυχα,υπάκουα, πρόθυμα, φρόνιμα και φιλικά παιδιά με όλους. Αυτό ήταν που έκανε τη μητέρα τους πολύ ευχαριστημένη.

Τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά της γυναίκας μεγάλωσαν.

Ο Οβένιος έγινε ένα έξυπνο, πανέμορφο παλικάρι και η Διανάλω μια όμορφη γοητευτική γυναίκα. Η μητέρα τους τα καμάρωνε, ώσπου μια μέρα αρρώστησε βαριά. Πριν κλείσει για πάντα τα μάτια της τους είπε:

-Παιδιά μου, πριν φύγω για πάντα από τη ζωή θέλω να σας πω μερικά πράγματα. Όταν ήσασταν μικρά, εγώ δούλευα σκληρά για να μπορέσω να σας μεγαλώσω. Τώρα είστε αρκετά μεγάλα. Πρέπει να δουλέψετε για να βγάλετε το ψωμί σας και ό,τι άλλο χρειάζεστε. Όμως το ποιο σημαντικό είναι να είστε αγαπημένα και ενωμένα.

Αυτά είπε η γυναίκα και ξεψύχησε…

Κάποια μέρα ένα ξένο βασιλόπουλο ήρθε στο χωριό με σκοπό να βρει

μια ωραία κοπέλα για να τη παντρευτεί. Κατά τύχη είδε τη Διανάλω και

θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Χωρίς να χάσει καιρό της ζήτησε να γίνει

γυναίκα του και εκείνη δέχτηκε να τον παντρευτεί.

Σε λίγες μέρες έγινε ο γάμος τους και κάλεσαν μάλιστα όλο το χωριό!

Ήταν ένας λαμπρός γάμος και όλοι πέρασαν καταπληκτικά. Ο γαμπρός και η νύφη χόρεψαν τόσο ωραία που όλοι τους κοιτούσαν με μεγάλο θαυμασμό! Όταν τελείωσε ο γάμος οι νιόπαντροι ετοιμάστηκαν να φύγουν

για το παλάτι και να συνεχίσουν τη ζωή τους! Φυσικά δε ξέχασαν τον Οβένιο που τον κάλεσαν να πάει να ζήσει μαζί τους στο παλάτι. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά που ήδη είχε πάρει την απόφαση του. Αποφάσισε

να αφήσει το χωριό του, να πάει κάπου αλλού και με τις οικονομίες που είχε να κάνει μια νέα αρχή. Έτσι και έκανε . Πήγε σε μια παραθαλάσσια

πόλη, όπου έγινε ψαράς.

Ξεκινούσε τη μέρα του πολύ πρωί ψαρεύοντας και το μεσημέρι ότι ψάρια έπιανε τα πουλούσε στην αγορά. Το απόγευμα ξεκουραζόταν πηγαίνοντας βόλτες με τους φίλους του!Έτσι ζούσε μια χαρούμενη και ήρεμη ζωή!

Μια μέρα, ένας φίλος του Οβένιου που ήταν βοσκός τον κάλεσε να πάει στο σπίτι του να τον φιλοξενήσει. Στο μέρος εκείνο γινόταν μια μεγάλη τριήμερη γιορτή και γινόταν σπουδαίο γλέντι. Γιόρταζε η Χρωματιστή θεά των χρωμάτων, η Νότα θεά της μουσικής και η Πέρνα θεά των εργαλείων. Ο Οβένιος δέχτηκε με χαρά!

Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του ξεκίνησε για το σπίτι του φίλου του.

Φτάνοντας εκεί τον είδε να κάθετε μαζί με τη γυναίκα του στο τραπέζι

περιμένοντάς τον. Ο βοσκός είχε και μία πάρα πολύ όμορφη κόρη με καταπράσινα μάτια σαν το λάδι. Το όνομα της ήταν Πορτοκαλένια που το είχε πάρει από το πορτοκαλί μαλλί που είχε. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα και καθότανε μαζί με τους γονείς της…

Ο Οβένιος μόλις την αντίκρισε ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά! Με τη πρώτη ματιά την ερωτεύτηκε, μα δεν το έδειξε!

Κάθισε και φάγανε όλοι μαζί, αυτός όμως δεν έπαψε να κρυφοκοιτάζει την όμορφη κόρη !!

Περνούσαν πολύ όμορφα και η Πορτοκαλένια με τον Οβένιο ήρθαν αρκετά κοντά. Έκαναν διάφορες δουλειές μαζί, συζητούσαν και τα απογεύματα πήγαιναν βόλτες θαυμάζοντας τις ομορφιές του βουνού.

Οι τρεις μέρες πέρασαν, το πανηγύρι τελείωσε και ο Οβένιος έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.

Το τελευταίο βράδυ, την ώρα που συζητούσαν ο Οβένιος εξομολογήθηκε στην Πορτοκαλένια για το τι ένοιωθε για αυτήν!

Η κοπέλα τρόμαξε!!και του είπε…:

Αχ! Οβένιε μου και εγώ σε αγαπώ μα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Είμαστε διαφορετικοί. Εσύ είσαι ένας ψαράς κι εγώ μια βοσκοπούλα. Δε θα μπορέσουμε ποτέ να παντρευτούμε!

-Τι σημασία έχει! Θα μιλήσουμε στους γονείς σου και αφού μας δώσουν την άδεια και την ευχή τους θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί!

Βλέποντας όμως την κόρη τρομαγμένη, δεν συνέχισε άλλο. Μόνο της είπε…:

-Αν το μετανιώσεις και αλλάξεις γνώμη θα με βρεις στο λιμάνι της Καρνάλης.

Αυτά είπαν και πήγανε στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν.

Το άλλο πρωί αφού φάγανε όλοι μαζί πρωινό το παλικάρι τους χαιρέτισε και γύρισε στο σπίτι του και στη δουλειά του.

Πέρασε πολύ καιρός. Ένα πρωί καθώς ο βοσκός πρόσεχε τα πρόβατά του

ένας αγγελιοφόρος του βασιλιά εμφανίστηκε από μακριά κρατώντας έναν φάκελο.

Ο βασιλιάς της πόλης ήταν νέος και δυνατός αλλά ήταν άσχημος με πολύ κακούς τρόπους και συνήθειες! Έπινε πάρα πολύ και κάθε μέρα γύρναγε τα ξημερώματα στο παλάτι βρίζοντας τόσο τους υπηρέτες του όσο και τους ίδιους του τους γονείς.!

Χωρίς να χάσει καιρό άνοιξε το γράμμα και διάβασε…

<<Είδα την κόρη σου στην αγορά, είναι η ποιο όμορφη κοπέλα που συνάντησα και αποφάσισα να την πάρω στο παλάτι μου και να την παντρευτώ. Το καλό που σου θέλω είναι να δεχτείς…Περιμένω να απαντήσεις και το απόγευμα θα έρθω να την πάρω…>>

Ο βοσκός δέχτηκε αφού δεν είχε και άλλη επιλογή. Ο αγγελιοφόρος πήρε την απάντηση και έφυγε ενώ ο βοσκός έτρεξε να βρει και να το πει στην κόρη του. Η Πορτοκαλένια μόλις το άκουσε αρνήθηκε να γίνει αυτός ο γάμος.

-Πατέρα, δεν τον θέλω για άντρα μου!!Είναι ένας απαίσιος άνθρωπος!!Να ξέρεις ότι αγαπώ έναν άλλον!!

-Αυτός ο γάμος θα γίνει, δεν έχουμε άλλη επιλογή!

Ο πατέρας φοβισμένος δεν δεχόταν κουβέντα και η Πορτοκαλένια αναγκάστηκε να σωπάσει! Έβαλε λοιπόν τα καλά της και βγήκε μαζί με τον πατέρα της έξω από το σπίτι για να περιμένουν την βασιλική άμαξα.

Αργά το απόγευμα ήρθε η βασιλική άμαξα. Μέσα από αυτήν

ξεπρόβαλε ο βασιλιάς και αφού έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον πατέρα της πήρε την Πορτοκαλένια και έφυγε για το παλάτι.

Όταν φτάσανε, διέταξε να την ετοιμάσουν το καλύτερο δωμάτιο του παλατιού και να την δώσουν τα ωραιότερα φορέματα και κοσμήματα που είχαν καθώς και ό,τι άλλο επιθυμούσε!!

Η όμορφη κοπέλα παρόλο που είχε τα πάντα ήταν πολύ δυστυχισμένη!

Κλείστηκε στο δωμάτιο και δε μιλούσε σε κανέναν! Σκεπτόταν τον Οβένιο και σιωπηλά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Για καλή της τύχη

η μητέρα του βασιλιά που ήταν πάρα πολύ καλή κατάλαβε τον πόνο της!

Την κάλεσε λοιπόν ένα πρωί και της είπε…:

-Καταλαβαίνω πώς νιώθεις καλή μου. Μα δεν χρειάζεται να παντρευτείς κάποιον που δεν αγαπάς. Σε συμβουλεύω το βράδυ να το σκάσεις και να πας σε αυτόν που αγαπάς πραγματικά.

-Σας ευχαριστώ κυρία…της είπε η κοπέλα.

Έτσι κι έγινε, μόλις σκοτείνιασε αρκετά η κοπέλα έφυγε παίρνοντας το δρόμο για το λιμάνι της Καρνάλης. Μόλις έφτασε εκεί έψαξε και βρήκε τον Οβένιο και του είπε την ιστορία της. Η συγκίνηση και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Αφού κουβέντιασαν για πολύ ώρα αποφάσισαν να φύγουν κάπου μακριά γιατί ο βασιλιάς θα την έψαχνε για να τη βρει και να την πάει πίσω στο παλάτι.

Έτσι έπεσαν για ύπνο ώστε να ξυπνήσουν πρωί και να φύγουν μακρυά.

Το άλλο πρωί ο βασιλιάς ξύπνησε και πήγε να καλημερίσει την γυναίκα του. Μα μόλις μπήκε στο δωμάτιο της είδε πως δεν ήταν εκεί! Τότε σκέφτηκε να ψάξει στα διαμερίσματα του παλατιού μα δεν ήταν πουθενά.

Αναστατωμένος ο βασιλιάς ανέβηκε στο άλογό του και μαζί με τους φρουρούς του πήραν το δρόμο για την πόλη. Ρωτούσαν κάθε

άνθρωπο που έβλεπαν για την Πορτοκαλένια όμως κανένας δεν ήξερε τίποτα.

Ο βασιλιάς γύρισε πίσω στο παλάτι χωρίς να το πάρει και πολύ κατάκαρδα

γιατί στην πραγματικότητα η αληθινή του αγάπη ήταν η ταβέρνα και το ποτό. Το μόνο λοιπόν που είχε να κάνει ήταν να περιμένει να βραδιάσει για να πάει να τη συναντήσει…..

Ο Οβένιος με την Πορτοκαλένια έκαναν μια καινούρια αρχή. Παντρεύτηκαν, έκαναν πολλά παιδιά και έζησαν ευτυχισμένοι για πάντα!!!

ΨΈΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..

 

ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ.

ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που όλα είχαν ανθρώπινη λαλιά

ζούσαν σε ένα κήπο πολλά και διάφορα φρούτα μαζί με λαχανικά.

Στο μέρος που έμεναν δεν ζούσαν καθόλου καλά, γιατί

πάντα φοβόταν μην έρθει κανένας άνθρωπος, να πάρει κανένα τους και να το φάει!

Επειδή δε μπορούσαν να ζούνε άλλο έτσι αποφάσισαν να φύγουν, να πάνε να μείνουν αλλού.

Περπάτησαν…περπάτησαν για πολλές μέρες, ώσπου

βρέθηκαν μπροστά σε μια διασταύρωση. Είχε πολλούς δρόμους

που οδηγούσαν σε διάφορους τόπους της Παραμυθοχώρας.

Το πρόβλημα ήταν που δεν μπορούσαν να πάνε όλοι μαζί γιατί δε θα χωρούσαν τόσα πολλά που ήταν. Τότε ο αρχηγός αφού σκέφτηκε για λίγο είπε…:

-Παιδιά, νομίζω πως ήρθε η στιγμή να χωριστούμε σε ομάδες και κάθε μια από αυτές να πάρει τον δικό της δρόμο. Ας πούμε ένα αντίο, ας ευχηθούμε ο ένας τον άλλον να ζήσει καλά χωρίς να φοβάται τίποτα!

Τα φρούτα αποχαιρέτισαν τους φίλους τους, με δάκρυα στα μάτια και πήρε η κάθε ομάδα τον δρόμο της.

Τα πορτοκάλια, μαζί με τον αρχηγό πήραν το δρόμο που οδηγούσε στη Δεντρόπολη. Τα λεμόνια πήραν το δρόμο που οδηγούσε στην Ηλιούπολη. Τα ρόδια για τη Χρωματούπολη ενώ τα καρπούζια με τα λαχανικά πήραν το δρόμο για την Ωρολογοχώρα.

Τα κεράσια έμειναν τελευταία. Αυτά δεν ήξεραν ποιο δρόμο να πάρουν και τελικά πήραν ένα στη τύχη.

Μετά από πολύ περπάτημα έφτασαν σε ένα πανέμορφο μέρος.

Κάθισαν και το κοιτούσαν κατάπληκτα.

Το μέρος ήταν καταπράσινο. Παντού είχε μεγάλα δέντρα και ωραία λουλούδια που μύριζαν πολύ ωραία, ενώ μπορούσαν να ακούσουν τη γλυκιά μελωδία της φύσης!

Αφού θαύμασαν το μέρος, τα κεράσια έφτιαξαν τα σπίτια στους

ανάμεσα στα δέντρα. Έφτιαξαν και ένα ωραίο σχολείο και έβαλαν για δάσκαλο ένα έξυπνο σκαθάρι.

Αυτόν τον τόπο τον ονόμασαν <<Κερασοχώρα>>.

Τα κεράσια όταν τελείωσαν είχαν ένα φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπό τους.

Από τότε πέρασε κάμποσος καιρός, ας δούμε όμως τι γίνετε στο σχολείο…

Το σχολείο ήταν κόκκινο χρώμα και βρισκόταν κάτω από ένα θάμνο, ενώ έξω υπήρχαν πολλά παιχνίδια. Εκεί πήγαιναν τα κερασάκια, τα οποία περνούσαν πολύ καλά. Πρώτα έκαναν μάθημα και όταν τελείωναν έκαναν ό,τι ήθελαν. Ζωγράφιζαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν και πολλά άλλα.

Η ώρα του σχολείου περνούσε ήρεμα κι ωραία. Μια μέρα συνέβηκε κάτι παράξενο, που διατάραξε την ηρεμία της τάξης και προκάλεσε πολλή φασαρία.

Εκείνο το πρωινό λοιπόν ο δάσκαλος τους είπε ότι θα ερχόταν

ένα καινούριο παιδί στην τάξη. Τα κερασάκια χάρηκαν πολύ γιατί θα αποκτούσαν έναν καινούριο φίλο και περίμεναν υπομονετικά να το γνωρίσουν.

Σε λίγο μπήκε στη τάξη ο δάσκαλος με το νέο μαθητή.

Τα κερασάκια όταν τον είδαν έμειναν με το στόμα ανοιχτό ενώ τα μάτια τους γούρλωσαν από έκπληξη. Ο νέος τους συμμαθητής ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτούς. Δεν ήταν κόκκινος όπως αυτά, αλλά είχε ένα άσπρο χρώμα με ξερές φλούδες και λίγο γεματούτσικος. Λόγο της περίεργης εμφάνισής του, τα κερασάκια δεν το συμπάθησαν καθόλου. Άρχισαν να τον κοροϊδεύουν λέγοντας τον άσχημα λόγια…:

-Τι είδος φρούτου είσαι εσύ;

-Ό,τι και να είσαι δεν ταιριάζεις με μας.

-Κοιτάξτε τι άσχημο που είναι!

-Δε φεύγεις καλύτερα από εδώ;

Έτσι του έλεγαν τα κερασάκια. Το κακόμοιρο το κρεμμυδάκι στεναχωριόταν πολύ. Ο δάσκαλος τους, ο κύριος Σκαθάρης, θύμωσε όταν είδε αυτή τη συμπεριφορά και τα μάλωσε λέγοντας τα…:

-Σταματήστε! Γιατί παιδιά κοροϊδεύετε το νέο σας συμμαθητή; Αυτό δεν είναι σωστό! Δε θυμάστε πριν χωριστείτε στη διασταύρωση; Παίζατε και με άλλα φρουτάκια και λαχανικάκια εκτός από κεράσια!

-Ναι κύριε το θυμόμαστε! Μα δεν έχω ξαναδεί κρεμμύδι!

-Τι σημασία έχει! Τέλος πάντων! Το μόνο που θέλω, είναι από εσάς να τον κάνετε φίλο σας και να το φέρεστε καλά. Σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι!

Τα κερασάκια έκαναν ότι τους είπε ο δάσκαλός τους, κατά βάθος όμως δεν τον είχαν συμπαθήσει.

Πέρασαν οι ώρες και ήρθε η ώρα που σχόλασαν. Όλοι

έφυγαν από το σχολείο χαρούμενοι, μόνο το κρεμμυδάκι ήταν λυπημένο. Δεν είχε περάσει καθόλου καλά την πρώτη του μέρα στο σχολείο. Όταν έφτασε στο σπίτι του η μητέρα του, η κυρία Κρεμμυδίτσα πρόσεξε ότι το παιδί της ήταν δυστυχισμένο και το ρώτησε….:

-Γιατί παιδί μου είσαι έτσι;

Τότε το κρεμμυδάκι της διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί.

Η κυρία Κρεμμυδίτσα το αγκάλιασε και του είπε…:

-Μη στεναχωριέσαι,κάνε υπομονή και όλα θα φτιάξουν!

-Μα πώς;Αφού είμαι διαφορετικός από αυτούς!

-Θα στο ξαναπώ κάνε υπομονή!!

Κάθε απόγευμα όποτε είχε καλό καιρό, οι μητέρες με τα παιδιά τους πήγαιναν στο πάρκο. Εκεί συζητούσαν πίνοντας τον καφέ τους ενώ τα μικρά έπαιζαν ανέμελα.

Ξαφνικά, εκεί που όλα ήταν ήσυχα, ακούστηκαν από μακρυά

βήματα βαριά. Τότε, μπροστά του παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος!!!

Οι μεγάλοι μόλις τον είδαν σάστισαν και άρχισαν να τρέχουν φοβισμένοι, ενώ τα μικρά βρέθηκαν στη σακούλα που κρατούσε ο άνθρωπος.

Το κρεμμυδάκι, που έπαιζε στην άκρη του πάρκου με τα αδελφάκια του, είδε τι είχε συμβεί. Θα μπορούσε να φύγει σαν τους άλλους για να γλυτώσει. Αυτό όμως δεν το έκανε. Γύρισε στα αδελφάκια του και είπε…:

-Τι κάθεστε έτσι; Εμπρός, πάμε να τους βοηθήσουμε! Εσύ,πήγαινε στο σπίτι και φέρε μερικές βέργες της μαμάς και εσύ φέρε αγκάθια από τον αγκαθόκηπό μας.

Χωρίς να χάσουν καιρό, τα κρεμμυδάκια έφυγαν και γυρνώντας αμέσως έφεραν αυτά που τους είπε. Πρώτα άρχισαν να χτυπούν τον άνθρωπο με τις βέργες. Πόνεσε αλλά δεν άφησε τα κερασάκια. Το κρεμμυδάκι τότε είπε…:

-Ας τον τσιμπήσουμε με τα αγκάθια!

Τότε όλα μαζί άρχισαν να τον τσιμπάνε με δύναμη.

Ο άντρας δεν άντεξε τον πόνο, άρχισε να ουρλιάζει δυνατά. Στο τέλος πέταξε τη σακούλα με τα κερασάκια και έφυγε μακριά!

Μόλις ο κίνδυνος πέρασε, όλα τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από

τον ήρωά τους…:

-Σε ευχαριστούμε που μας έσωσες!

-Αν δεν ήσουν εσύ, τώρα δε θα ζούσαμε!

-Γιατί μας έσωσες; Αφού δε σου φερθήκαμε καλά!

-Έκανα αυτό που έπρεπε. Τώρα ας ξεχάσουμε τι έγινε. Θα σας πάω τώρα στα σπίτια σας γιατί οι γονείς σας θα ανησυχούνε πολύ!

Ξεκίνησαν όλα μαζί πιάνοντας χέρι-χέρι το ένα με το άλλο.

Από τότε τα κερασάκια

δεν κορόιδεψαν ξανά το κρεμμυδάκι και τον έκαναν καλό τους φίλο. Πήρανε όμως και ένα μάθημα που θα το θυμούνται για όλη τους τη ζωή……

Δεν κοροϊδεύουμε κανέναν, όσο διαφορετικός και αν είναι από εμάς γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Previous Older Entries Next Newer Entries