Το πουλί της αγάπης.

Το πουλί της αγάπης.

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή πολιτεία ζούσε ένα καλό και φιλότιμο ζευγάρι. Ο άντρας δούλευε ως αγρότης σε ένα χωράφι στην άκρη της πολιτείας και η γυναίκα ήταν νοσοκόμα όπου δούλευε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Το ζευγάρι είχε και ένα γιο που ήταν δεκαοχτώ χρονών. Είχε κατσαρά μαύρα μαλλιά, μελιά μάτια και στο πρόσωπό του είχε μερικές φακίδες. Το όνομά του ήταν Βάκης. Στο σχολείο που πήγαινε είχε πολλούς φίλους. Οι καλύτεροι φίλοι του ήταν ο Ζάμης και ο Τέρκης. Μαζί έκαναν βόλτες έξω, συζητούσαν και έκαναν πλάκες στους άλλους. Αυτή ήταν η ζωή του Βάκη και όπως καταλάβατε περνούσε πάρα πολύ καλά!

Μια μέρα ήρθε στο σχολείο μία καινούρια μαθήτρια. Το όνομά της ήταν Σαμίχα και καταγόταν από μία μακρινή ξένη χώρα. Ήταν πανέμορφη.

Τα μαλλιά της ήταν ξανθά σαν το καθαρό χρυσάφι, το δέρμα της ήταν λευκό σαν το γάλα και τα μάτια της γαλάζια σαν το ζαφείρι. Μόλις την είδε ο Βάκης την ερωτεύτηκε αμέσως! Όση ώρα ο δάσκαλος έλεγε το μάθημα εκείνος ούτε τον άκουγε ούτε τον κοιτούσε…μάτια είχε μόνο για την Σαμίχα. Στα διαλείμματα προσπάθησε πολλές φορές να της μιλήσει μα όποτε την πλησίαζε ντρεπόταν τόσο πολύ που έφευγε σαν κυνηγημένος. Το απόγευμα, όταν συναντήθηκε με τους φίλους του ο Βάκης τους είπε το πρόβλημά του…:

-Παιδιά, ερωτεύτηκα την καινούρια μαθήτρια. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τόσο όμορφο κορίτσι! Δυστυχώς όμως, όταν την πλησιάζω για να τη μιλήσω νιώθω τόση ντροπή που φεύγω από κοντά της!

-Σαν τρομαγμένη αλεπού!...του είπε ειρωνικά γελώντας ο Ζάμης.

-Ζάμη! Δεν είναι όλα τα γεγονότα της ζωής αστεία! Ο φίλος μας ερωτεύτηκε! Ο έρωτας είναι ένα πολύ σημαντικό συναίσθημα! Βάκη, σκέφτηκες ποτέ να πεις στη Σαμίχα αυτό που νιώθεις;...τον ρώτησε ο Τέρκης αφού πρώτα μάλωσε τον Ζάμη για τη χαζομάρα που είπε.

-Το σκέφτηκα μα όπως σας είπα ντρέπομαι να της μιλήσω. Μου φαίνετε πολύ δύσκολο.

-Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Χρειάζεται να είσαι απλά ο εαυτός σου.

-Τι είναι αυτά που λες! Άμα η Σαμίχα δεν είναι ερωτευμένη με τον φίλο μας τότε τι θα κάνει; Βάκη, γιατί δεν πας να βρεις το πουλί της αγάπης;…του πρότεινε ο Ζάμης.

-Ποιο είναι το πουλί της αγάπης;…τον ρώτησε ο Βάκης.

-Το πουλί της αγάπης είναι το κατοικίδιο ζώο του θεού του έρωτα. Ζει στο δάσος των ρουμπινιών και έχει τη φωλιά του στο μεγαλύτερο δέντρο. Το πουλί αυτό έχει μαγικές δυνάμεις. Άμα το πάρεις σπίτι σου και το φροντίσεις καλά εκείνο θα ευχαριστηθεί τόσο πολύ που θα κάνει το άτομο που αγαπάς να σε αγαπήσει και εκείνο.

-Αυτό δεν είναι σωστό! Για να εξομολογηθείς σε κάποιον τον έρωτα σου πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και να μη βασίζεσαι στα μαγικά! Στο βιβλίο που διαβάζω το λέει ξεκάθαρα!…τους φώναξε ο Τέρκης.

-Τέρκη, συμφωνώ με το Ζάμη. Θα ξεκινήσω από σήμερα για το δάσος των ρουμπινιών. Τώρα πρέπει να φύγω. Γεια σας φίλοι μου!…τους είπε ο Βάκης και έφυγε.

Την άλλη μέρα αφού είπε στους γονείς του πως θα πήγαινε για λίγες μέρες στη γιαγιά του,έβαλε λίγα πράγματα και ρούχα σε ένα σακίδιο, τους αποχαιρέτισε και ξεκίνησε για το δάσος των ρουμπινιών.

Περπάτησε για κάμποσες ώρες ώσπου τελικά έφτασε στον προορισμό του. Το δάσος των ρουμπινιών ήταν ένα εκπληκτικό μέρος. Τα δέντρα, το γρασίδι μέχρι και ο ουρανός είχαν χρώμα κόκκινο. Μα πιο όμορφα από όλα ήταν τα κατακόκκινα λαμπερά ρουμπίνια, τα οποία ήταν κρεμασμένα πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Ένα θέαμα που έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του! Το αγόρι εντυπωσιάστηκε αλλά εκείνη τη στιγμή το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βρει το πουλί της αγάπης και ξεκίνησε αμέσως το ψάξιμο.

Καθώς έψαχνε βρέθηκε μπροστά σε ένα δέντρο μεγαλύτερο από τα άλλα. Τα ρουμπίνια του ήταν πιο μεγάλα και λαμπερά και πάνω στα κλαδιά του ήταν χτισμένη μια φωλιά στην οποία ήταν ένα πουλί που κοιμόταν. Το πουλί ήταν μικρό και είχε έντονο κόκκινο χρώμα. Τα φτερά του, μεγάλα και αριστοκρατικά είχαν κόκκινο, βυσσινί,βιολετί και μοβ χρώμα. Ο Βάκης χωρίς να χάσει καιρό σκαρφάλωσε στο δέντρο και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να το αρπάξει εκείνο ξύπνησε. Ο Βάκης τρόμαξε πολύ! Κατέβηκε γρήγορα από το δέντρο και το έβαλε στα πόδια. Από πίσω άκουσε το πουλί να μονολογεί…:

-Ποιος είναι αυτός και γιατί με ξύπνησε μεσημεριάτικα; Τέλος πάντων, δεν θα τον κυνηγήσω για να τον τσιμπήσω μα την άλλη φορά δε θα του την χαρίσω.

Αφού τελείωσε το μονόλογο του το πουλί της αγάπης άνοιξε τα αριστοκρατικά φτερά του και πετώντας απομακρύνθηκε από τη φωλιά του. Ο Βάκης σταμάτησε να τρέχει, έκατσε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί και μονολόγησε…:

-Ουφ! Ευτυχώς τη γλίτωσα και δε με τσίμπησε. Καλύτερα να φύγω από το ρουμπινένιο δάσος και να επιστρέψω στο σπίτι μου. Όμως όταν συναντήσω τους φίλους μου τι θα τους πω; Θα με θεωρήσουν δειλό κι ανίκανο. Όχι! Θα μείνω και θα προσπαθήσω ξανά, με λίγη τύχη σίγουρα θα τα καταφέρω. Ας περιμένω να νυχτώσει, τότε ίσως όλα να είναι πιο εύκολα!

Αυτό έκανε, κάθισε εκεί στο δέντρο και περίμενε με ανυπομονησία να βραδιάσει.

Μετά από πολλές ώρες φάνηκε ψηλά στον ουρανό η θεά Νύχτα πάνω στον πήγασο της. Με το ασημένιο της μαγικό ραβδί έκανε τον όμορφο κόκκινο ουρανό μαύρο! Ύστερα έβγαλε από το καλάθι που κρατούσε διάφορα μικρά αστεράκια και τα τοποθέτησε σε κάθε σημείο του ουρανού. Τέλος, η θεά έδωσε φως στο φεγγάρι για να είναι λαμπερό και να φωτίζει τους δρόμους και τα σοκάκια. Αφού τελείωσε το έργο της η πανέμορφη θεά Νύχτα, ικανοποιημένη ξεκίνησε για το λαμπρό παλάτι της για να ξεκουραστεί.

Ο Βάκης χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο ξαναπήγε στο ψηλό δέντρο. Σκαρφάλωσε με προσοχή και διαπίστωσε ότι το πουλί δεν ήταν στη φωλιά του, βρήκε μόνο τρία αυγά. Τότε του Βάκη του ήρθε μια ιδέα. Αντί να πιάσει το πουλί της αγάπης, να πάρει ένα από τα τρία αυγά,να περιμένει να βγει το πουλάκι, να το φροντίζει και να το μεγαλώσει για να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Άπλωσε, χωρίς να χάσει χρόνο, το χέρι του να πάρει ένα αυγό όταν ξαφνικά εμφανίστηκε το πουλί έχοντας στο ράμφος του μερικά σκουλικάκια. Μόλις είδε το αγόρι ξανά στη φωλιά του θύμωσε πολύ και του φώναξε επιθετικά…:

-Πάλι εσύ; Αυτή τη φορά δε θα τη γλυτώσεις, θα σου δώσω ένα καλό μάθημα για να βάλεις λίγο μυαλό!

Ο Βάκης άρχισε να κατεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από το δέντρο μα έχασε την ισορροπία του και έπεσε ανώμαλα στο έδαφος. Σηκώθηκε αμέσως χωρίς να χάσει χρόνο και άρχισε να τρέχει για να γλυτώσει! Το πουλί πετώντας τον πήρε από πίσω. Το έδαφος του ρουμπινένιου δάσους ήταν αρκετά απότομο και το αγόρι σκόνταφτε κι έπεφτε αλλά σηκωνόταν αμέσως και συνέχιζε το τρέξιμο. Το πουλί τον ακολουθούσε με σκοπό να του δώσει ένα καλό μάθημα.

Ξαφνικά από το μεγάλο δέντρο ακούστηκαν τιτιβίσματα. Ήταν τα πουλάκια που βγήκαν από τα αυγά τους και ζητούσαν επίμονα τη μητέρα τους. Το πουλί , αφού έριξε μία άγρια διαπεραστική ματιά στο αγόρι, επέστρεψε πίσω στη φωλιά του.

Ο Βάκης βλέποντας το πουλί να απομακρύνετε ανακουφίστηκε λίγο και αφού απομακρύνθηκε από το δάσος των ρουμπινιών πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ήταν σε κακά χάλια! Τα ρούχα του ήταν βρόμικα και σκισμένα από τα πολλά πεσίματα στο έδαφος. Τα χέρια του και τα πόδια του γέμισαν πληγές κυρίως όμως ήταν δυστυχισμένος γιατί δε θα κατάφερνε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.

Έπρεπε να πάψει να τη σκέφτεται, ό,τι κι αν έκανε για εκείνη δεν θα είχε νόημα πια. Η Σαμίχα δεν θα τον ερωτεύονταν ποτέ! Έπρεπε να καταπνίξει το συναίσθημα που ένοιωθε για την κοπέλα, να την ξεπεράσει.

Όσο και αν προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε! Οι σκέψεις αυτές τον απασχολούσαν αρκετά ώσπου έφτασε στην πολιτεία του χωρίς να το καταλάβει. Ήταν απόγευμα. Ο Βάκης δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του γιατί στη γειτονιά του είχαν τα σπίτια τους ο Ζάμης και ο Τέρκης. Άμα τον βλέπανε πως γύριζε με άδεια χέρια σίγουρα θα τον κορόιδευαν. Άρχιζε να διασχίζει τους δρόμους της πολιτείας κοιτώντας τις πολυκατοικίες και τα σπίτια. Έπρεπε να βρει ένα μέρος για να μείνει γιατί σε λίγο θα νύχτωνε. Κάποια στιγμή διέκρινε από μακριά ένα σπίτι το οποίο βρισκόταν στην άκρη της πολιτείας. Αφού το πλησίασε χτύπησε την πόρτα. Την πόρτα την άνοιξε μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά και ζαφειρένια μάτια. Ήταν η Σαμίχα! Ο Βάκης προσπάθησε να κρύψει το ξάφνιασμα του και της είπε…:

-Καλησπέρα Σαμίχα, μήπως θα μπορούσατε να με φιλοξενήσετε το βράδυ στο σπίτι σας;

-Αν και οι γονείς μου με τον αδερφό μου λείπουν σε κάποιο ταξίδι και είμαι μόνη στο σπίτι φαίνεσαι καλό άτομο και θα σε φιλοξενήσω έτσι ώστε να μου κάνεις και λίγο παρέα.

Το αγόρι πέρασε μέσα. Η κοπέλα του περιποιήθηκε τις πληγές και του έδωσε να φορέσει καθαρά ρούχα. Βγήκαν στο μπαλκόνι και κάθισαν. Η κοπέλα τότε του είπε…:

-Βάκη θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι. Ήμουν πολύ αγχωμένη στο σχολείο γιατί φοβόμουν πως εσείς θα με κοροϊδεύατε επειδή ήμουν από ξένη χώρα και γιατί ήμουν πολύ άσπρη. Στα προηγούμενα σχολεία που πήγαινα με κορόιδευαν πάρα πολύ! Οι γονείς μου έλεγαν να μη δίνω σημασία αλλά εγώ δεν τους άκουγα και στεναχωριόμουν πολύ! Όταν ήρθα σε αυτό το σχολείο ξαφνιάστηκα από την συμπεριφορά των μαθητών προς εμένα. Ήταν πολύ φιλικοί μαζί μου χωρίς να σχολιάζουν την καταγωγή και το χρώμα μου. Στο διάλειμμα όταν σε πρωτοείδα να κάθεσαι με τους φίλους σου…σε αγάπησα!

Η Σαμίχα σώπασε απότομα. Ο Βάκης έπιασε το χέρι της λέγοντάς της τρυφερά…:

Κι εγώ από την πρώτη στιγμή που σε είδα σε αγάπησα!

Οι δύο νέοι αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένοι. Κάποια στιγμή ένιωσαν ένα φτερούγισμα πάνω από τα κεφάλια τους. Κοίταξαν ψηλά και είδαν να φτερουγίζει από πάνω τους το πουλί της αγάπης χαμογελώντας τους. Πέταξε ψηλά στον ουρανό και άρχισε να κάνει κύκλους. Λαμπερή χρυσόσκονη βγήκε από τα πλουμιστά φτερά του η οποία κάλυψε τον έναστρο ουρανό κάνοντάς τον ακόμα πιο λαμπερό με ανοιχτά χρώματα! Ο Βάκης και η Σαμίχα έμειναν με το στόμα ανοιχτό αντικρίζοντας όλη αυτή την ομορφιά! Κοιτάζοντας στο σιδερένιο τραπεζάκι στο μπαλκόνι διαπίστωσαν ότι υπήρχαν δύο μπολ με λαχταριστό παγωτό. Οι δύο νέοι κοιτούσαν τον ουρανό με ενθουσιασμό τρώγοντας το παγωτό τους. Η γεύση του παγωτού ήταν πολύ γλυκιά μα πιο γλυκιά ήταν η γεύση του έρωτά τους. Ο Βάκης και η Σαμίχα αντάλλαξαν όρκους αιώνιας αγάπης υποσχόμενοι πως θα ζούσαν για πάντα μαζί! Εκείνη τη στιγμή άρχισε να πέφτει από τον ουρανό ψιλή βροχή με έντονο μπλε χρώμα λες και ο ουρανός συγκινήθηκε τόσο πολύ που δάκρυσε! Όταν το ρολόι της πολιτείας χτύπησε μεσάνυχτα ο ουρανός ξαναπήρε το μυστηριακό μαύρο χρώμα του με αποτέλεσμα να σταματήσει και όλη αυτή η μαγεία.

Οι δύο νέοι πήγαν μέσα για να κοιμηθούν. Αυτή η βραδιά θα ήταν χαραγμένη στη μνήμη τους για πάντα! Από τότε ο Βάκης και η Σαμίχα έζησαν ευτυχισμένοι για πάντα απολαμβάνοντας τον έρωτά τους!!!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ

evikapa.wordpress.com

ΙΟΥΛΙΟΣ 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: