Το σκανταλιάρικο ξωτικό.

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε στο βόρειο Πόλο ένα ξωτικό, το όνομα του ήταν Μπουμπούκη.

Τον έλεγαν έτσι γιατί του άρεσαν τα λουλούδια. Του άρεσαν τόσο πολύ, ώστε εάν πήγαινες στο

δωμάτιό του θα έβλεπες ότι στο γραφείο του και σε κάθε ράφι του ήταν στολισμένα ωραία βάζα με λουλούδια. Ήξερε επίσης όλα τα είδη τους και είχε ένα σωρό βιβλία για αυτά.

Ο Μπουμπούκης είχε καφέ κοντά μαλλιά, φορούσε ένα ριγέ πουλόβερ, ένα πράσινο παντελόνι

και φυσικά ένα βυσσινί σκουφί. Είχε καλό χαρακτήρα, ήταν χαρισματικός, φιλικός, ευγενικός, μα δυστυχώς είχε ένα ελάττωμα … να κάνει σκανταλιές!

Ήταν ένας από τους βοηθούς του Άι-Βασίλη και στο εργαστήριο δεν έκανε τίποτα άλλο από το να πειράζει τους συνεργάτες του! Κανένα από τα άλλα ξωτικά δεν ήθελε να του κάνει παρέα.

Εκείνες τις μέρες πριν τη Πρωτοχρονιά τα ξωτικά είχαν μεγάλη κίνηση. Έπρεπε να φτιάξουν πάρα πολλά παιχνίδια ώστε να φτάσουν για να μοιραστούν σε όλο τον κόσμο. Εκείνες τις μέρες ο

Μπουμπούκης προσπαθούσε να σκεφτεί μια σκανταλιά για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μα όχι μια συνηθισμένη. Ήθελε να ήταν η πιο καταπληκτική και αξέχαστη σκανταλιά που έκανε ποτέ!

Σκεφτόταν , σκεφτόταν μα δεν έβρισκε! Οι μέρες περνούσαν και όλοι έκαναν πυρετώδεις

ετοιμασίες για τη Πρωτοχρονιά. Ο Άι-Βασίλης πήγε τους ταράνδους στον κτηνίατρο του Βόρειου Πόλου, για να τους εξετάσει και να τον ενημερώσει αν είναι υγιείς για να σύρουν το βαρύ έλκηθρο με τα πολλά δώρα που θα έχει. Τα ξωτικά είχαν τελειώσει με τη κατασκευή των παιχνιδιών και άρχισαν να τα πακετάρουν.

Πέρασαν οι μέρες, πέρασαν οι εβδομάδες και ήρθε η μεγάλη μέρα που όλοι περίμεναν. Τα ξωτικά είχαν τελειώσει το πακετάρισμα των δώρων και τώρα βοηθούσαν τον Άι-Βασίλη να τα βάλει στο έλκηθρο του για να είναι έτοιμα το βράδυ. Όταν τελείωσαν, πήγαν όλα να παίξουν στο πάρκο ευχαριστημένα γιατί έκαναν τη δουλειά τους σωστά! Μόνο ένα ξωτικό δεν βγήκε να παίξει, ο Μπουμπούκης. Βλέπετε, τελικά κατάφερε να σκεφτεί τη σκανταλιά που θα έκανε!

Τι έκανε λοιπόν;…Βγήκε από το εργαστήριο και στα κρυφά πήγε στο στάβλο όπου κοιμόταν οι τάρανδοι με το έλκηθρο. Σιγά-σιγά πήρε το σάκο με τα δώρα και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του έφυγε από το στάβλο. Ύστερα έτρεξε πίσω από το εργαστήριο, έσκαψε μια λακκούβα και έκρυψε εκεί το σάκο. Έπειτα τον σκέπασε με χιόνι και έφυγε για την αυλή των ξωτικών λέγοντας από μέσα του…<<Μέσα σε αυτή τη λακκούβα δε θα το βρει κανείς. Χα, χα, χα!>>

Όταν ήρθε το απόγευμα, ο Άι-Βασίλης πήγε στο στάβλο για να ταΐσει τους ταράνδους του και παρατήρησε ότι ο σάκος του δεν ήταν εκεί!!

-Παράξενο, είπε.. εγώ θυμάμαι ότι τα δώρα τα φόρτωσα στο έλκηθρο. Ας πάω να ρίξω και μια ματιά στο γραφείο μου. Μπορεί να ξέχασα να τα φορτώσω και να τα άφησα εκεί!

Πήγε μέσα στο γραφείο του, έψαξε, μα δε βρήκε τίποτα. Ξαναπήγε στο στάβλο για να ξαναψάξει μα και πάλι τίποτα, δε βρήκε κανένα δώρο!!

-Τάρανδοι μου, μήπως ξέρετε που εξαφανίστηκαν τα δώρα;…ρώτησε ο Άι-Βασίλης τους ταράνδους του.

-Όχι, δε ξέρουμε...του απάντησαν εκείνοι.

Μα που εξαφανίστηκαν; Εγώ θυμάμαι ότι το πρωί τα φόρτωσα μαζί με τα ξωτικά για να είναι έτοιμα το βράδυ. Ποιος άραγε να τα έκλεψε;

Εκεί που ο Άγιος-Βασίλης συλλογιζόταν ακούστηκε μια ψιλή φωνή…:

-Άγιε-Βασίλη! Άγιε-Βασίλη!

-Ποιος είναι; Πού βρίσκεσαι;…ρώτησε ο Άγιος κοιτώντας τριγύρω του!

-Εδώ! Εδώ κάτω!…απάντησε η ψιλή φωνή!

Εκείνος κοίταξε κάτω και είδε ότι η ψιλή φωνή ήταν μια κούκλα πριγκίπισσα. Είχε ξανθά μαλλιά,

ροζ φόρεμα και κρατούσε στα χέρια της την τσάντα της . Ήταν ένα από τα παιχνίδια που είχαν φτιάξει τα ξωτικά για ένα μικρό κοριτσάκι που την επιθυμούσε πολύ. Άραγε γιατί δεν ήταν μέσα στο κουτί της;

-Πριγκίπισσα Κίκα! Τι κάνεις εδώ;…τη ρώτησε έκπληκτος.

-Άγιε-Βασίλη, από το ύφος σου καταλαβαίνω ότι αναρωτιέσαι γιατί δεν είμαι στο κουτί μου. Θα στα πω όλα, αλλά πρέπει να αρχίσω από την αρχή! Λοιπόν, ήμουν μέσα στο κουτί μου κάνοντας σκέψεις για το κοριτσάκι που θα με αποκτήσει. Ξαφνικά , το κουτί μου άρχισε να ταρακουνιέται, λες και γινότανε σεισμός..<<Μα τι γίνετε;>>..σκέφτηκα. Τότε, χωρίς να χάσω καιρό, άνοιξα το καπάκι του κουτιού και είδα ότι το σάκο τον κρατούσε ένα ξωτικό που έτρεχε. Είχε καφέ μαλλιά με ένα βυσσινί σκούφο στο κεφάλι. Έτρεχε τόσο γρήγορα που εγώ έπεσα κάτω στο χιόνι. Έτσι έψαξα να σε βρω γιατί σκέφτηκα ότι αυτό το ξωτικό μπορεί να ήταν κλέφτης δώρων!

-Δεν ήταν κλέφτης δώρων! Ο Μπουμπούκης ήταν!…είπε φανερά εκνευρισμένος ο Άι-Βασίλης.

-Α! Αυτός; Αυτή η σκανταλιά που έκανε ήταν η πιο χειρότερη από όλες! Καλύτερα να τον απολύσεις για να ησυχάσεις!

-Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Είναι σκανταλιάρης μα έχει και προτερήματα! Όμως δε θα μείνει ατιμώρητος! Κίκα, εσύ πήγαινε να του πεις να έρθει στο γραφείο μου για να του πω κάτι.

Έτσι ο Άι-Βασίλης επέστρεψε στο γραφείο του ενώ η Κίκα πήγε να τον φωνάξει. Η κουκλίτσα έψαξε παντού, σε όλο το εργαστήριο ώσπου τελικά τον βρήκε. Ήταν έξω στο θερμοκήπιό του και πότιζε τα λουλούδια του. Η Κίκα τον πλησίασε και του είπε…:

-Μπουμπούκη, ο Άι-Βασίλης μ’ έστειλε να σου πω ότι θέλει να έρθεις για να σου πει κάτι.

-Τι θέλει να μου πει;..ρώτησε εκείνος.

-Αυτό δεν μπορώ να σου το πω. Πήγαινε και θα μάθεις.

Ο Μπουμπούκης υπάκουσε και πήγε στο γραφείο του Άι-Βασίλη. Όταν μπήκε μέσα παρατήρησε

ότι ήταν σκεφτικός και λυπημένος. Το ξωτικό αναρωτήθηκε τι να του συμβαίνει, χωρίς να σκεφτεί ότι ίσως είχε ανακαλύψει την σκανταλιά που είχε κάνει…

-Με κάλεσες Άγιε-Βασίλη;

-Ναι Μπουμπούκη, κάθισε.

Ο Μπουμπούκης κάθισε και ο Άι-Βασίλης του είπε…:

-Σε κάλεσα επειδή ήθελα να σου πω κάτι σημαντικό! Αφορά τα δώρα. Έμαθα εχθές ότι είχες πάει στο στάβλο όπου βρισκόταν το έλκηθρο μου, έκλεψες το σάκο με τα δώρα και τα έκρυψες. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό! Τι θα γίνει αν κάποιος τον κλέψει;

-Μην ανησυχείς , τα δώρα τα έκρυψα σε ένα μέρος που κανένας δε μπορεί να τα βρει. Άμα θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου για να στα δείξω.

-Εντάξει,πάμε.

Έτσι, μπροστά ο Μπουμπούκης, πίσω ο Άι-Βασίλης ξεκίνησαν για το μέρος που ήταν κρυμμένα τα δώρα. Όταν έφτασαν, τι να δουν!! Η λακκούβα που ήταν ο σάκος κρυμμένος ήταν ανοιχτή και τα δώρα είχαν γίνει καπνός!

-Όπως το φαντάστηκα, τα δώρα τα πήραν τα διαβολάκια! Τώρα πάνε τα Χριστούγεννα! Αχ! Τα καημένα τα παιδιά! Θα στεναχωρηθούν πολύ όταν δε θα δούνε τα δώρα τους κάτω από το δέντρο! Αυτή η σκανταλιά που έκανες ήταν η χειρότερη από όλες, γι’ αυτό σου αξίζει μια τιμωρία!

Ο Μπουμπούκης τον άκουγε ξέροντας ότι είχε δίκιο. Άρχισε να στεναχωριέται γι’ αυτό που είχε κάνει και ήθελε να επανορθώσει.

-Έχεις δίκιο Άι-Βασίλη. Αυτό που έκανα ήταν πολύ κακό. Μπορώ όμως να επανορθώσω. Θα πάω στο δάσος των διαβολάκων για να φέρω πίσω τα δώρα.

-Δεν μπορείς να το κάνεις, δεν σου έχω πια εμπιστοσύνη. Εξάλλου ήδη νύχτωσε και δεν έχεις αρκετό χρόνο μέχρι τα μεσάνυχτα…του είπε ο Άι-Βασίλης κοιτώντας τον ουρανό με τ’ άστρα.

-Σε παρακαλώ Άι-Βασίλη. Δώσε μου μια ευκαιρία…τον παρακάλεσε ο Μπουμπούκης, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του!

-Εντάξει,μπορείς να πας, αλλά να γυρίσεις πριν τα μεσάνυχτα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα λόγια του και ο Μπουμπούκης εξαφανίστηκε. Αφού έβαλε το άσπρο παλτό του ξεκίνησε για το δάσος των διαβολάκων. Περπάτησε, περπάτησε για πολλές ώρες γιατί το μέρος αυτό βρισκόταν μακριά. Είχε κουραστεί μα δε κάθισε πουθενά να ξεκουραστεί. Περπατούσε γρήγορα γιατί έπρεπε να φέρει τα δώρα πριν τα μεσάνυχτα. Ο χρόνος περνούσε και ο Μπουμπούκης περπατούσε όλο και πιο γρήγορα. Μετά από κάμποσες ώρες έφτασε στο προορισμό του. Όταν μπήκε μέσα στο δάσος έμεινε έκπληκτος από αυτό που είδε. Το δάσος ήταν διαφορετικό από τα δάση που γνώριζε. Τα δέντρα του δεν είχαν ούτε ένα φύλλο στα κλαδιά τους. Ήταν τόσο μεγάλα που θα έλεγες ότι άγγιζαν τον ουρανό. Το χώμα του δεν είχε χόρτα ούτε ήταν χιονισμένο, ήταν σκέτο άμμο. Έκανε τόση ζέστη που αναγκάστηκε να βγάλει το παλτό του. Διέσχισε όλο το δάσος για να βρει κάποιο διαβολάκι μα δεν βρήκε κανένα. Ξαφνικά, εκεί που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, άκουσε κάτι τσιριχτές φωνές που ερχόταν από μια σπηλιά, πίσω από έναν βράχο.

<<Ας πάω να ρίξω μια ματιά..>>είπε στον εαυτό του.

Όταν μπήκε μέσα είδε κάτι πλασματάκια που χόρευαν γύρω από μια μεγάλη φωτιά. Τα πλασματάκια αυτά είχαν πυκνό τρίχωμα, τόσο πυκνό που έμοιαζαν με τριχωτές μπάλες, είχαν μυτερά αυτιά, κατακόκκινα πεταχτά μάτια, μυτερή ουρά και είχαν κοφτερά δόντια με μια γλωσσάρα που έφτανε μέχρι τα πόδια τους. Ήταν εχθροί του Άι-Βασίλη και ήθελαν να καταστρέψουν τα Χριστούγεννα, για να μπορούν να έρχονται αυτά στον κόσμο των ανθρώπων.

Ήταν άσχημα, τρομαχτικά και κακά. Δεν είχαν πάρει είδηση ότι βρισκόταν κάποιος έξω από την σπηλιά τους και τους παρακολουθούσε.

Ο Μπουμπούκης προχώρησε μπροστά χαιρετώντας τους βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο του.

-Γεια σας παιδιά!

Τα διαβολάκια σταμάτησαν να χορεύουν και τον κοίταξαν. Το μεγαλύτερο ο αρχηγός τους, τον πλησίασε και τον ρώτησε…:

-Τι θες εσύ εδώ;Δεν είσαι βοηθός του Άι-Βασίλη;

-Ήμουν, μα τώρα όχι πια. Ήρθα γιατί θέλω να είμαι με το μέρος σας.

Τα τέρατα μόλις το άκουσαν αυτό έμειναν άφωνα. Ο Μπουμπούκης συνέχισε…:

-Σίγουρα αναρωτιέστε γιατί παραιτήθηκα ως βοηθός, θα σας πω αμέσως. Λοιπόν, όλοι νομίζουν ότι ο Άι-Βασίλης είναι καλός και γενναιόδωρος, μα στη πραγματικότητα δεν είναι. Είναι ένας ανόητος,

σκληρός και εγωιστής γέρος που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τεμπελιάζει και να μας διατάζει.

Εμάς μας έχει για σκλάβους του. Όλη τη μέρα μας βάζει να κάνουμε δουλειές χωρίς να μας αφήνει ούτε διάλειμμα να κάνουμε! Ε, λοιπόν βαρέθηκα! Το έσκασα λοιπόν από τα εργαστήριο και ήρθα σε εσάς!

-Καλά λοιπόν, αφού είσαι με το μέρος μας, πες μας ένα τρόπο για το πως θα νικήσουμε τον εχθρό μας…του είπε ο αρχηγός τους.

-Ξέρω έναν τρόπο, μα πρέπει πρώτα να μου δώσετε τον σάκο που κλέψατε από τον Άγιο-Βασίλη.

-Γιατί;

-Γιατί αν δεν μου το δώσετε δεν θα σας πω τίποτα…Τότε ο αρχηγός έκανε νόημα στους άλλους να φέρουν τον κλεμμένο σάκο. Μόλις του τον έδωσαν τους είπε…:

-Ωραία, τώρα μπορώ να σας πω. Γνωρίζω ότι μέσα σε μια σπηλιά, στην άκρη του Βόρειου Πόλου, υπάρχει μέσα μια μαγεία, τόσο δυνατή που αν τη χρησιμοποιήσουμε θα νικήσουμε τον Άγιο-Βασίλη. Το μόνο κακό είναι ότι είναι μακριά.

-Μην ανησυχείς γι’ αυτό, με το γρήγορο τεράστιο έλκηθρο μας θα φτάσουμε στη σπηλιά σε χρόνο μηδέν. Βγάλτε το έλκηθρο παιδιά!…φώναξε ο αρχηγός τους. Τα διαβολάκια το έφεραν αμέσως και αφού ανέβηκαν μαζί με το ξωτικό έφτασαν στην άκρη του Βόρειου Πόλου σε δυο λεπτά. Ο ήρωας μας, τους οδήγησε στη σπηλιά που τους έλεγε και τους είπε :

-Να! Αυτή είναι η σπήλια που σας έλεγα! Περάστε εσείς πρώτοι!

Τα διαβολάκια χαρούμενα μπήκαν μέσα χορεύοντας και κάνοντας αστεία το ένα στο άλλο. Όταν

βεβαιώθηκε ότι όλα μπήκαν μέσα στη σπηλιά έσπρωξε με όλη του τη δύναμη το βράχο που ήταν εκεί δίπλα και την έκλεισε! Τώρα τα διαβολάκια θα έμεναν κλεισμένα εκεί για πάντα και δε θα ξαναενοχλούσαν κανένα !

-Ωχ! Πέρασε η ώρα, ήδη πλησιάζει μεσάνυχτα! Πρέπει να φύγω!…ξεφώνισε ο Μπουμπούκης κοιτάζοντας το ρολόι του. Ανέβηκε αμέσως στο τεράστιο έλκηθρο και κρατώντας σφικτά το σάκο με τα δώρα έφτασε στο εργαστήριο πολύ γρήγορα. Ο Άι-Βασίλης μαζί με τα υπόλοιπα ξωτικά τον υποδέχτηκαν με γέλια και χαρές! Ο Μπουμπούκης κατέβηκε από το έλκηθρο παρέδωσε στον Άι-Βασίλη τα δώρα και του είπε…:

-Άγιε-Βασίλη, σου υπόσχομαι πως άλλη φορά δεν θα ξανακλέψω πράγματα και θα είμαι ένας καλός βοηθός όπως τους άλλους.

-Χαίρομαι που κατάλαβες το λάθος σου. Έφερες τα δώρα στην κατάλληλη ώρα . Τώρα πρέπει να φύγω, γεια σας καλά μου ξωτικά!….τους είπε ο Άι-Βασίλης ανεβαίνοντας στο έλκηθρο του.

-Γεια σου, Άι-Βασίλη! Καλή παράδοση των δώρων!…του φώναξαν όλα μαζί τα ξωτικά!

Ο Άγιος-Βασίλης έφυγε για να παραδώσει τα δώρα του, ευχαριστημένος που ο βοηθός του πήρε το μάθημά του. Πίσω στο εργαστήριο τα ξωτικά έκαναν ένα πάρτι για τον Μπουμπούκη. Όλοι πέρασαν υπέροχα! Χόρεψαν, τραγούδησαν, έπαιξαν διάφορα παιχνίδια , έφαγαν γαριδάκια, πατατάκια, μελομακάρονα και χίλια δυο άλλα καλούδια. Ο Μπουμπούκης έκανε πολλούς φίλους και τους ζήτησε συγνώμη που όλο τους πείραζε!

-Δε πειράζει φίλε μας. Περασμένα ξεχασμένα! Έλα ας συνεχίσουμε τη διασκέδαση!

Το πάρτι κράτησε μέχρι αργά. Όταν τελείωσε τα ξωτικά καθάρισαν τον χώρο και έπεσαν να κοιμηθούν. Ο πρωταγωνιστής μας, όταν έπεσε στο κρεβάτι του σκεφτόταν όλα όσα συνέβησαν και μια ευτυχία ένοιωσε μέσα του. Ορκίστηκε στον εαυτό του ότι δε θα ξαναέκανε καμία σκανταλιά και κλείνοντας τα μάτια του αποκοιμήθηκε γλυκά!

Ο Μπουμπούκης τήρησε την υπόσχεσή του, έγινε ένα καλό ξωτικό και έζησε μαζί με τον Άγιο-Βασίλη και τους φίλους του ευτυχισμένος για πάντα!

ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

Advertisements